ΖΑΝΝΕΙΟ - Αναμνήσεις από το σχολείο που αγάπησα.


ΖΑΝΝΕΙΟ:

Αναμνήσεις από το σχολείο που αγάπησα.




Επειδή ανακαλώντας τις μνήμες μου δεν εξασφάλισα την άδεια των αναφερομένων στο αφήγημα προσώπων, αναφέρω τα ονόματά τους με σύντμηση.
Πρόκειται όμως περί υπαρκτών προσώπων και πραγματικών περιστατικών. Οι πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής το γνωρίζουν…

Βασίλης Κωνσταντινίδης – «Λαβαρίδης»







Το όνειρο


Πλησιάζουν Χριστούγεννα του ’76. Όλα στολισμένα μα αξημέρωτα.
 
      Ένα ψιλόλιγνο αγόρι διασχίζει μια πλατεία, που ‘χει μια στολισμένη φάτνη και ένα ρολόι σε μια ψηλή κατασκευή στον μεσαιωνικό πύργο και κατηφορίζει. Είναι μία στενή λωρίδα γης και δίπλα η θάλασσα. Βαδίζει βιαστικά κρατώντας ένα πανέρι σκεπασμένο με ένα πανί, που ‘χει ζωγραφισμένο έναν Άγιο Βασίλη. Κάνει κρύο γι’ αυτό είναι ντυμένο καλά με ένα γούνινο καπέλο, φορά καφέ μποτάκια και περπατάει βιαστικά και σταθερά για να προλάβει λες και έχει ραντεβού. Περνάει ένα δίπατο παλιό κτίριο με μια εντοιχισμένη επιγραφή που γράφει: «Όμιλος Ερετών» - τι περίεργο όνομα – διασχίζει ένα ανοιχτό γήπεδο μπάσκετ, μια πεζογέφυρα με βυθισμένα στο νερό αρχαία τείχη, μια μαρίνα με κότερα πλούσιων – όχι της τάξης του και της σειράς του – και παίρνει τον δρόμο που οδηγεί στον φάρο που είναι στον κυματοθραύστη στην έξοδο του λιμανιού.

       Η νύχτα είναι ακόμα βαθιά, αλλά σιγά – σιγά προσμένει την ανατολή. Όλα πρέπει να γίνουν πριν χαράξει και χωρίς να βλέπει ανθρώπου μάτι. Έτσι διατάσει το Επουράνιο Σχέδιο. Φτάνει στην άκρη του λιμανιού, γονατίζει και αφήνει πάνω στο τσιμέντο το πανέρι. Ανοίγει το πανί και βγάζει από μέσα με ευλάβεια τα γυάλινα μπουκαλάκια. Για στάσου!!! Είναι κλεισμένα με ένα φελλό και μέσα έχουν φωτογραφίες χαρούμενων παιδιών. Είναι του Σίμου, του Δημήτρη, του Άκη, του Μήτσου, του Κώστα, του Γιάννη, του Γιώργου, του Νίκου και να μια που ξέρει. Του Βασίλη… Με πολλή αγάπη τα αφήνει ένα – ένα στο νερό να τα παρασύρει το κύμα. Αξημέρωτα, αλλά μόλις τέλειωσε και άφησε και το τελευταίο, χάραξε. Κάνει κρύο, αλλά η νύχτα είναι τόσο γλυκιά, γιορτινή, έχει βάλει τα καλά της και ο αγέρας ψιθυρίζει ένα τραγούδι νανουριστικό για να υποδεχτεί τα μπουκαλάκια με τις φωτογραφίες των παιδιών σαν να προσεύχεται. Ποιος ξέρει αν θα ξανασυναντηθούν μαζί. Να πουν τις εμπειρίες τους, τις φουρτούνες, τις χαρές τους.

      Καλό σας ταξίδι. Η Παναγιά και ο Άγιος Νικόλαος μαζί σας θαλασσινοί μου…
Ντρίιννννν…

       Πάλι διάβαζες και σε πήρε ο ύπνος. Καλά να πάθεις!!! Ήθελες να τελειώσεις το βιβλίο του Ιουλίου Βερν «Τα παιδιά του πλοιάρχου Γκραντ» για να δεις την τύχη που ‘χε το μήνυμα μέσα στο μπουκάλι. Όχι δεν είναι αυτό το ντριν του ρολογιού. Για στάσου… Βλέπω το ψιλόλιγνο αγόρι χαμένο μέσα στο πλήθος. Πολύ μεγάλο πλήθος … Αγόρια, μανάδες, πατεράδες, αλλά γιατί;


Μια καλοκαιρινή μέρα γεμάτη βροχή




      Το ’70. Τέλη Ιούνη. Καλοκαιριάτικη μέρα. Θα ‘ναι δεν θα ‘ναι 8:30 το πρωί. Αλλά πιο νωρίς έβρεξε. Απότομα! Μπόρα! Πλημμύρισε το κέντρο του Πειραιά. Αλλά μετά έβγαλε ήλιο. Τον ζωοδότη… Αυτόν που γιάνει τις ψυχές.

Πρώτη μέρα:

   Το ψιλόλιγνο αγόρι έχει κατέβει μόνο του στην οδό Κολοκοτρώνη, αριθμό 6, από την Χαραυγή. Ασυνόδευτο! Αμήχανο μέσα στο πλήθος! Σ’ ένα τεράστιο προαύλιο σχολείου, που χωρίζεται με μια σειρά κάγκελα. Και στην μέση μια Εκκλησία. Η Αγία Βαρβάρα. Βλέπει τους συμμαθητές του. Που τελείωσαν μαζί το ιδιωτικό σχολείο. Της Διαμαντή στα Ταμπούρια. Ασυνόδευτο, αλλά οι φίλοι του με τους πατεράδες τους, κάποιοι γραβατωμένοι, σπουδαίοι. Και οι μανάδες. Αχ, αυτές οι μανάδες. Ίδιες απαράλλαχτες μέχρι σήμερα. Υποτίθεται για να νιώθουν άνετα τα καμάρια τους. Αλλά με την βαβούρα που κάνουν μάλλον τα αγχώνουν. Είναι ο Δημήτρης ο Δεβ., ο Μίμης ο Σαρ., ο Πέτρος ο Κιν., ο Γιάννης ο Παν., ο Κώστας ο Κελ., ο Γιώργος ο Φελ.


       Ανάμεσά τους κάποιοι κύριοι και κυρίες. Ήρεμοι. Είναι οι Καθηγητές. Και ξάφνου κατεβαίνει αργά – αργά τα λίγα σκαλιά μέχρι να βρεθεί στο προαύλιο ένας κύριος γραβατωμένος. Πρέπει να ‘ναι ο «άρχοντας» αυτού του κτιρίου. Ψηλό παρουσιαστικό, επιβλητικό. Ανεβαίνει τα σκαλιά και παίρνει το μικρόφωνο. Φωνάζει ονόματα «Και παρακαλώ τον συνάδελφο κύριο Βολ. να παραλάβει το τμήμα και να το οδηγήσει στην αίθουσα εξετάσεων». 

     Το πλήθος σωπαίνει. Οι γονείς αποτραβιούνται σε μια γωνία και τα παιδιά – όλα αγόρια – παιδιά του Πειραιά – στοιχίζονται σε τριάδες. Πρέπει να ‘ναι γύρω στις δέκα. Τα αγόρια, υποψήφιοι μαθητές του Ζαννείου Πρότυπου Πειραματικού Τεχνικού Γυμνασίου Πειραιά είναι όλοι, μα όλοι απόφοιτοι δημοτικού με απολυτήριο άριστα δέκα. Δεν πρέπει πιο κάτω. Άριστα δέκα. Δεν θυμάται πόσοι πραγματικά έδωσαν. Αλλά και οι είκοσι αίθουσες του σχολείου γέμισαν. Συναγωνίζονται για εκατόν είκοσι θέσεις. Τόσους θα πάρει το σχολείο. 

      Το ψιλόλιγνο αγόρι μπαίνει και αυτό στην αίθουσα. Καινούργιος κόσμος. Όχι άγχος και αγωνία, αλλά προσμονή. Μπαίνει μια καθηγήτρια και υπαγορεύει ένα κείμενο. Τις γραμματικές ασκήσεις. Και μετά το θέμα της Έκθεσης:

Μια καλοκαιρινή μέρα γεμάτη βροχή

      Ακούγεται ένας αναστεναγμός. Θέμα περίεργο! Μη αναμενόμενο! Εκτός τόπου και χρόνου τα φροντιστήρια. Φροντιστήρια είπατε; Ε, φυσικά! Ένα μήνα πριν δώσουνε, στο σχολείο που φοιτούσε η διευθύντρια και ιδιοκτήτρια του σχολείου Διαμαντή – Ταμβάκη είχε αναθέσει στην κυρία Σοφία την προετοιμασία. Ο μικρός Βασίλης ήταν καλά προετοιμασμένος στην Ορθογραφία και την Γραμματική και είχε ρουφήξει ένα σωρό βιβλία. Μαρκ Τουαίν, Βίκτωρα Ουγκώ και κυρίως τον αγαπημένο του Ιούλιο Βερν. Δεν το φοβήθηκε το θέμα. Άρχισε να γράφει ότι ένα μικρό αγόρι χάνεται στην Κεντρική Αγορά της πόλης ακολουθώντας τους περαστικούς και ανιχνεύοντας την ιστορία τους, περιγράφει την καθημερινότητά τους μέχρι που ένα κουδούνι το ξυπνά. Η όλη προσπάθεια αναζήτησης εμποδίζεται από την βροχή που έχει ξεσπάσει και κατά διαστήματα βρίσκει καταφύγιο σε διάφορα νεοκλασικά κτίρια (Ταχυδρομείο, Μέγαρο ΝΑΤ, παλιές αποθήκες, Μέγαρο Βάττη, Δημοτικό Θέατρο) και τα περιγράφει. Βαθμολογείται από την κα Βαρβ., αυτήν που εκφώνησε τα θέματα με 20 στην Έκθεση, και με 18 στην  Ορθογραφία μαζί με την Γραμματική. Μέσος Όρος 19. Όταν μετά από δυόμιση ώρες βγήκαν οι υποψήφιοι έξω, οι γονείς γκρίνιαζαν όπως πάντα για τα θέματα. Ο ήρωας της ιστορίας, ερωτάται από τους γονείς των φίλων του και απαντά:
 «Μάλλον καλά»
 
       Ήταν βλέπετε το στοίχημα του σχολείου.

       Στο ημίτονο της ζωής, (μια στο ζενίθ μία στο ναδίρ, τι θα ‘ταν αλήθεια η ζωή μας αν ήταν ευθεία;) ο μικρός ήταν στα καλύτερά του. Όντας ο καλύτερος μαθητής, μα που ποτέ δεν κράτησε την σημαία, γιατί και οι δάσκαλοι έχουν τις αδυναμίες τους. Χωρίς όμως να κρατήσει ποτέ κακία στον συμμαθητή του που την κρατούσε. Ήταν ομορφότερος, καταλάβαινε ότι η Θεοδώρα τον αγαπούσε, αλλά και η Πελ., δεν πήγαινε πίσω, γιατρεύτηκε από την ξαφνική αποχώρηση της παιδικής αγάπης του της Ουρ. Τσαχ. Είχε ψηλώσει αρκετά, 1.78 ΣΤ’ Δημοτικού, όλο πρωταγωνιστικούς ρόλους στο θεατρικό του σχολείου και …αθλητής. Εκεί στην εκκλησία του Αγίου Ευθυμίου στην Χαραυγή άρχισε να κάνει προπονήσεις στο παιδικό του Φάρου. Στην αρχή ήταν εκτός δωδεκάδας, γιατί συμμετείχαν πολλά παιδιά αλήθεια, όμως σιγά – σιγά μπήκε δωδεκάδα και ξαφνικά ένας βασικός παίχτης της πεντάδας τραυματίστηκε, έλειπε, οπότε ο προπονητής στην Ελευσίνα βάζει πρώτη αλλαγή τον μικρό Βασίλη. Η ομάδα κερδίζει ζόρικα σε καυτή έδρα, αλλά ο μικρός χωρίς να ‘ναι ταλέντο, επειδή ο Γιάννης ο Μπανάκας – ο προπονητής του είπε: 

     «Μην χάσεις τον playmaker της Ελευσίνας από τα μάτια σου, παίξε πάνω του over-play σ’ όλο το γήπεδο»

       Και επειδή τον εμπιστεύτηκε, τον έσβησε. Έκανε βέβαια 4 φάουλ ο μικρός, όμως ο παιχταράς της αντίπαλης ομάδας έβγαλε ένα καλάθι μόνο και από τους 42 πόντους που έβαλε η ομάδα του, αυτός μπαίνοντας σαν αλλαγή πέτυχε 12. Παίζοντας πάντα σαν σκυλί στην άμυνα, πηδώντας και κάνοντας block-out βοηθώντας στην άμυνα και τους συμπαίκτες του και από τότε δεν ξαναβγήκε από την πεντάδα. Ένας αγαπημένος ρολίστας του προπονητή. Η αυτοπεποίθηση στο ζενίθ!!! 


Δεύτερη μέρα:

      Μαθηματικά. Χωρίς άγχος μπαίνει ο κύριος Βολιαν., (τα ονόματα τα ‘μαθε αργότερα, γιατί τους είχε στο τμήμα του καθηγητές) και υπαγορεύει τα θέματα. Αν δεν τον απατά η μνήμη του το ένα σχετικά εύκολο, το άλλο ζόρικο και το άλλο άστο… Τρεις δεξαμενές νερού που γεμίζουν η κάθε μία από τρεις βρύσες και άλλες τρεις το αδειάζουν, και μεταξύ τους δεμένες με αναλογίες. Ο μικρός στο φόρτε του. Λύνει την μέτρια, λύνει την δύσκολη στην αρχή με εξίσωση (κάτι που δεν επιτρεπόταν για το Δημοτικό) και στη συνέχεια με χρήση βοηθητικού ποσού… Καθαρό είκοσι!!! Όταν μάλιστα η άρρωστη μάνα του πήρε ταξί και πήγε να τον γράψει αρχές Σεπτέμβρη ακούγοντας το όνομα που φώναξε ένας άλλος καθηγητής που ήταν στις εγγραφές, ο Βολιαν., σήκωσε το κεφάλι του και του είπε γελώντας: 

      «Ρε μικρέ έχεις πλάκα. Τα ‘λυσες, δεν λέω, αλλά δεν ασχολήθηκες με τα εύκολα και πήγες στο δύσκολο. Μέσω Καλαμπάκας από εδώ στο Δημοτικό Θέατρο. Αλλά μ’ αρέσεις».

    Εξαιρετικός άνθρωπος. Αγαπητός. Βγαίνουμε έξω από την αίθουσα της εξέτασης. Λεφούσι οι γονείς, απίστευτη γκρίνια για τα θέματα. 


Τρίτη μέρα σε δύο δόσεις:

      Φυσική Πειραματική και Γεωγραφία συμψηφιζόμενα σ’ ένα βαθμό. 19 Γεωγραφία, 17 Φυσική, μέσος όρος 18. 


Τέταρτη μέρα η απόλυτη τραγωδία:

        Ιστορία και Θρησκευτικά. Πέρασαν χρόνια και δεν θυμάται καλά τα θέματα, αλλά πήρε στην  Ιστορία 17, και στα Θρησκευτικά 11. Γιατί; Ενώ πήγαινε κατηχητικό!!! Ναι, αλλά ιερά σκεύη και άμφια τα θέματα και οι χρήσεις τους. Στην ζωή αυτό που σε πληγώνει το κρατάς. Το εύκολο φεύγει όπως ήρθε. Μέσος όρος 14. Μετά από μια βδομάδα βγαίνουν τα αποτελέσματα. Πάλι συγκέντρωση του τεράστιου πλήθους, γονείς, παιδιά, βαβούρα. Η μάνα του – είχε ξεκινήσει να αρρωσταίνει – από ρευματοειδή παραμορφωτική αρθρίτιδα – έχει πάρει την κυρία Λιλή, την ιδιοκτήτρια του σχολείου στο τηλέφωνο να διαμαρτυρηθεί γιατί άφησε τον μικρό Βασίλη να δώσει μόνος του χωρίς ψυχολογική υποστήριξη. Εκείνη όμως είχε πάει με τα κορίτσια του σχολείου που δίνανε στο Ράλλειο και επειδή υπήρχαν γονείς των αγοριών της στο Ζάννειο που τα στήριζαν ψυχολογικά  έκανε την επιλογή της. Εξάλλου της απάντησε:
 « Τον εμπιστεύομαι. Να δείτε που θα’ χει πάει καλά»

       Ξανά εκείνος ο σοβαρός κύριος στο προαύλιο που συνοδευόταν από άλλους δύο καθηγητές, τους υποδιευθυντές ανακοινώνει τα ονόματα των επιτυχόντων. 

      Ο ήρωας μας αγωνιούσε αλλά πίστευε ότι έχει πάει καλά εκτός…των Θρησκευτικών. Ο πρώτος 71 μονάδες, ο δεύτερος 70, 2 τρίτοι ο Βασίλης και ο Κώστας με 69. Τον χαντάκωσαν τα Θρησκευτικά!! Αυτονόητο ήταν το φιλί του μεροκαματιάρη μηχανικού πατέρα του, που πρόλαβε και άλλαξε τα λερωμένα απ’ τα λάδια μηχανής ρούχα του και ήταν με καθαρά, όλος καμάρι, όπως άξιζε. Πλησιάζει ο πατέρας του φίλου Δημ. Δεβ., που ήταν προϊστάμενος της Τουριστικής Διεύθυνσης Πειραιά, ψηλός, τεράστιος, αρχοντάνθρωπος, σκύβει τον φιλάει και του δίνει συγχαρητήρια, αναγνωρίζοντας τις αξίες.

 «Μπράβο αγόρι μου. Και μόνος σου».

       Ο Βασίλης αυτή την αποδοχή στο βλέμμα του θα την θυμάται για πάντα. Πόσο σημαντικό για ένα παιδί, γιατί όχι και για μεγάλο είναι να έχει αποδοχή…

 


Σχολική Ζωή

 
      Ξεκινάμε τον Σεπτέμβρη του ’70.

      Ο Κατσάς, ο Διευθυντής που όταν εμφανιζόταν, οι καθηγητές της εποχής κάνανε στην άκρη και εμείς οι μαθητές πηγαίναμε τοίχο, τοίχο, (χωρίς να ‘ναι αγριάνθρωπος, τουναντίον μάλιστα), διαβάζει τα ονόματα των πρωτοεισαχθέντων στο σχολείο, τους καλωσορίζει και αρχίζει ο Αγιασμός. Όλο χαρά τα παιδιά μα και οι γονείς που επιτέλους ησύχασαν. Πρώτη μέρα πριν πάρουμε βιβλία και πρόγραμμα (τα άλλα σχολεία των συνοικιών αυτό το κάνανε τέλη Οκτώβρη, αρχές Νοέμβρη – ξέρω από την αδελφή μου που πήγαινε στο Μικτό της Δραπετσώνας), μας παραλαμβάνει (το Α3) ένας παππούς…

       Μας περιδιαβαίνει στο ισόγειο στα Μηχανουργεία, στο Ισόγειο στο Ηλεκτρολογείο, στην αίθουσα με την Γεννήτρια και την κονσόλα ελέγχου και μετά στην τάξη. Μας γράφει στον πίνακα τι πρέπει να φοράμε στα εργαστήρια. Φόρμα, γάντια, και γυαλιά όταν τρυπάμε σε εδρασμένο τρυπάνι και όταν κολλάμε μέταλλα. Τους κανονισμούς προστασίας. Τελικά δεν ήταν παππούς. Ήταν ένας γλυκύτατος παππούς, αλλά… καθηγητής. Αγγελ., το όνομά του και ήταν ηλεκτρολόγος. Εμείς τον φωνάζαμε Ναύαρχο, γιατί μας είχανε πει, ότι ήταν παλιός Αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό. Μας θεωρούσε ήδη άντρες και μάλιστα ναύτες… Εννοείται ότι όποιος έμπαινε στην τάξη πεταγόμασταν όρθιοι, και μόνο που δεν χαιρετούσαμε στρατιωτικά… Είχε πλάκα. Ήταν και η Χούντα, αλλά ήμασταν μωρά για να καταλαβαίνουμε από αυτά. Πάντως έκανε πολύ καλό μάθημα και τον αγαπούσαμε όλοι.

     Τα εργαστήρια: μηχανουργείο, ηλεκτρολογεία, τεχνικές εφαρμογές, σχέδιο, ήταν συνολικά 12 ώρες τη βδομάδα. Επτάωρο κάθε μέρα και το Σάββατο εξάωρο. Και η εξωτερική πόρτα του σχολείου κλειστή 8 η ώρα ακριβώς το πρωί. Αργότερα όταν έγινα διευθυντής στα Βόρεια Προάστια σύγκρινα το τότε και το μετά. Να θέλω μετά τις 8:30 να βάζω απουσία στους αργοπορημένους και να πλακώνομαι με τους γονείς για το αυτονόητο…

       Κάθε πρωί πλησιάζοντας το σχολείο, στο διπλανό τεράστιο κτίριο μύριζε κάτι περίεργα. Μαγειρεύανε κάτι με λάχανο και κάποια παιδιά βγαίνανε από την διπλανή πόρτα όλα μαζί. Μας φαινότανε περίεργο. Ψάχναμε να βρούμε τι ήταν και μένανε σ’ αυτό το κτίριο… Ήτανε τρόφιμοι του Ζαννείου Ορφανοτροφείου και τα ‘φερε η ζωή και έμαθα γι’ αυτά αργότερα σε άσχετο εντελώς χώρο. Είμαι στην Μονή Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος και ακριβώς έξω από την είσοδο λέω σ’ ένα γέροντα το τυπικό «Ευλογείτε». Με προσκαλεί και συζητώντας ανακαλύπτω ότι ήταν Πειραιώτης και μάλιστα πρώην επιθεωρητής δευτεροβάθμιας τη δεκαετία του ’60. Η Ελλάδα έχει βγει από τον εμφύλιο και ο Πειραιάς γιατρεύει τις πληγές του. Η μετανάστευση στο κορύφωμα, αλλά και τα καράβια, η «Κίρκη» για τα φτωχόπαιδα των συνοικιών και της επαρχίας. Κάποιοι φωτισμένοι δάσκαλοι θέλοντας να δώσουν προοπτική στα ορφανά του Ζαννείου Ιδρύματος πετυχαίνουν να ζητήσουν από την Ουνέσκο τη χρηματοδότηση έως σχολείου, που δεν θα ‘ναι απλά μια Τεχνική Σχολή αλλά κάτι διαφορετικό. Έτσι ιδρύεται κατ’ αρχήν το Ζάννειο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Πειραιά για τα παιδιά του Ιδρύματος και στη συνέχεια για όλα τα Πειραιοτόπουλα με εξετάσεις για να βγουν μορφωμένοι τεχνίτες και μηχανικοί. Πόσο μπροστά βλέπανε… Το μοναδικό του είδους του στην Ελλάδα και ίσως από τα λίγα σ’ όλο τον κόσμο. Οι απόφοιτοι του Σχολείου παλιά πριν αποφοιτήσω εγώ έμπαιναν στο Μικρό Πολυτεχνείο, (όταν αυτό λειτουργούσε) χωρίς εξετάσεις και στα χρόνια μου στην Μονοτάξιο Σχολή Εργοδηγών, πάλι χωρίς εξετάσεις. Κάναμε πολλά τεχνικά μαθήματα που ήταν πρωτεύοντα και στην Τετάρτη Γυμνασίου χωριζόμαστε σε μηχανολόγους και ηλεκτρολόγους. Πως βρέθηκα εκεί; 

      Ο πατέρας μου άριστος μάστορας – μηχανικός αυτοκινήτων – λόγω Κατοχής και όντας ανάπηρος Πολέμου δεν συνέχισε. Ήθελε τον γιό του να τον κάνει Μηχανολόγο… Τι πρωτότυπο!!! Αγνόησε τα μηνύματα που είχα δώσει. Η συγχωρεμένη η γιαγιά μου μετά από τρεις κόρες, μία εγγονή και τον παππού μου πεθαμένο στη Σιβηρία, μόλις γεννήθηκα ξετρελάθηκε. Ήμουν το στοίχημά της. Σε ηλικία πέντε χρονών άρχισε να με γυρνάει σε διάφορους επαγγελματίες στον Πειραιά. Ξυλουργό, Ωρολογοποιό, Χρυσοχόο. Όλοι της είπαν το ίδιο. 

      «Κυρά Βέτα (Ελισάβετ) άστο. Δεν κάνει ο μικρός για τέχνη. Ο νους του όλο στα βιβλία είναι και στους αριθμούς και ακόμα καλά – καλά δεν έχει καθαρίσει η γλώσσα του, αλλά βρίσκει αμέσως το μισό του 10, το μισό του μισού, το μισό του μισού του μισού. Αυτός μόνο γράμματα».

      Αυτό ήταν και η αιτία στεναχώριας του πατέρα μου. Θα σας πω αργότερα  κωμικά περιστατικά που συνέβησαν εξαιτίας αυτής της κλίσης μου. Στην Πρώτη Γυμνασίου όμως επειδή τα παιδιά του Ιδρύματος  δεν είχαν μάνα μας πρόσθεσαν ένα μάθημα και το ‘λεγαν Κοινωνική Αγωγή. Το έκανε η Χατζηπ., φιλόλογος και ανάμεσα στα άλλα μας κοίταζε τα νύχια, τα παπούτσια αν ήταν καθαρά ή όχι, πώς πρέπει να μιλάμε σε συνομήλικους, σε μεγαλύτερους κλπ, χωρίς να παίρνουμε βαθμό. Ερχόταν δηλαδή να καλύψει το κενό της κοινωνικότητας και της ανατροφής. 

      Στο τμήμα μου δίδασκαν μαθηματικά ο Βολιαν., η Βαρβ., και ο Μιχαλάκος (η οικογένειά του είχε ταβέρνα στα Πατήσια) φιλολογικά, ο Αναγν., γυμναστική ο Συντ., βιολογία και γεωγραφία. Μια χαρά ήτανε. Πρόβλημα το Μηχανουργείο!! Είχαμε 3 ώρες τη βδομάδα και έπρεπε να φτιάξουμε κομμάτι – κομμάτι ένα πριόνι, χωρίς τη λάμα. Επειδή εγώ έπαιζα και σαχλαμάριζα, χάλασα την πεταλούδα, κοινώς το ‘σφαξα! Πάντα ήμουν σε τρελίτσες μέσα, αλλά χωρίς να ‘μαι κακός και δύστροπος. Το αντίθετο. Απλά ζωηρός – ίσως έβγαζα και την ανασφάλεια επειδή η μάνα μου μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία. Τυχοδιώκτης αλλά με καλή ψυχή… Πειραιώτης!!! Συναισθηματικά αυτιστικός. Ζούσα και ζω πάντα με τον δικό μου, αφελή, παιδιάστικο τρόπο.

       Το λέω στον πατέρα μου και το δώδεκα στο πρώτο τρίμηνο, γίνεται μηδέν οκτώ στο δεύτερο. Απορημένος ο πατέρας μου – γιατί αυτός έφτιαξε το πριόνι – και αμφισβητήθηκε η μαστοροσύνη του πήγε να ζητήσει τον λόγο στον Μαυρ. (Μπούτζακ, το παρατσούκλι του, από τον προπονητή του Πανιωνίου), ο οποίος ήταν κοντός και χοντρός όσο ένα τραπέζι. Η απάντησή του:

       «Ναι είναι πολύ ωραίο το πριόνι, είναι όμως από άλλο μέταλλο γιατί εμείς δεν έχουμε τέτοιο στο εργαστήριο».

       Πάντως μ’ είχε σταμπάρει από τότε και μου το ξεχρέωνε με δόσεις. Θρησκευτικά μας έκανε η Σακαλ., ένας γλυκύτατος άνθρωπος και περνάγαμε καλά. Μουσική; Α, μια γυναίκα πολύ έντονα βαμμένη νιόπαντρη, που για μας ήταν τότε θεά. Γι’ αυτό και το τμήμα εισέπραξε μια ομαδική διήμερη αποβολή επειδή κλέψαμε την πετούγια της πόρτας και μόλις χτύπησε το κουδούνι την στριμώξαμε σ’ αυτήν και κάποιοι τυχεροί… Πρόλαβαν να…. Δεν μαρτυρήσαμε ποιος ήτανε, γι’ αυτό και η αποβολή χαλάλι μας… Μικρά μικρά αλλά αγοράκια και μάλιστα Πειραιωτάκια… Τις επόμενες φορές που έμπαινε στην τάξη μας, άφηνε την πόρτα ανοιχτή και έβαζε και εμπόδιο. Εκεί ήταν που μας υπερασπίστηκε ο Ναύαρχος:

      «Θα σας βάλω από 2 μονάδες σ’ όλους πάνω γιατί φερθήκατε σαν άντρες. Δεν μαρτυρήσατε».

       Και πληροφορίες λένε ότι έκανε παρατηρήσεις και στην κυρία Κατσ., Ένα γεγονός στην πρώτη τάξη άλλαξε τη ζωή μου. Γινότανε ένας διαγωνισμός παιδικού διηγήματος στον Πειραιά και η Βαρβ. που μας έκανε αρχαία με σύστησε στον Μιχαλάκο που ήταν ο καθηγητής μας των Νέων Ελληνικών. Όχι βέβαια πως δεν με είχε προσέξει αλλά η απόφαση ήταν κοινή. Με πρότειναν και έγραψα την ιστορία που ήδη είχα γράψει

στην έκθεση για την εισαγωγή μου, αλλά με μεγαλύτερη έκταση. Δεν θυμάμαι αν ήταν το πρώτο βραβείο ή ο πρώτος έπαινος, αλλά έδειξε την τάση που είχα. Είχα την ευτυχία να ‘χω φιλολόγους όπως ο Μιχαλάκος (που η αλήθεια είναι ότι είχε ιδιορρυθμίες, αλλά… Δάσκαλος), την Ελένη την Σαμαρά, τον Χριστόφορο Μηλιώνη, την Σκαρβέλη. Όλοι τους γίνανε μεγάλοι και τρανοί. Σχολικοί σύμβουλοι – επιθεωρητές- τους έλεγαν τότε.

       Το Ζάννειο, όπως και η Ιωνίδειος είχε την τάση να αναδεικνύει καθηγητές ως επιθεωρητές. Παραδείγματα όπως ο Σκιαθίτης και ο Τσόπελας, φυσικοί, ο Πανάκης μαθηματικός, ο Εγγλέζος θεολόγος, είναι αυτοί που θυμάμαι…

       Στην δευτέρα Γυμνασίου έπεσα σε απόδοση – λόγω των προβλημάτων στο σπίτι – είχαμε όμως και αλλαγές σε κάποιους καθηγητές. Ηλεκτρολογικά μας έκανε ο Γεωργαντέας, μεγάλος ηλεκτρολόγος. ΣΤ’ Γυμνασίου με την βοήθειά του στις Τηλεπικοινωνίες είχαμε φτιάξει ραδιοφωνικό πομπό στο σχολείο. Μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι, (αργότερα επειδή είχε ζάχαρο του ΄κοψαν το ένα πόδι), αλλά τόσο αγαπητός. Γυμναστική μας πήρε ο Ανδρ., άστα να πάνε. Παρόλο που ήμουνα αθλητής του τριπλούν στον Εθνικό και ήμουνα μέλος των ομάδων μικρής και μεγάλης σκυταλοδρομίας, μου είχε 13. Γιατί; Γιατί είχα 3Η. Τι σήμαινε; Τριπλή έλλειψη ήθους: Είχα γελάσει όταν είπε ότι μπορούσε να κάνει ανάποδη κυβίστηση.

 Η κάλτσα μου είχε ένα κόκκινο σιρίτι (άρα κόκκινος και για Μανιάτη…).

       Δεν φαινότανε και το όνομά μου στη φόρμα. Είχα κεντήσει όπως – όπως στην φόρμα μία καρικατούρα φτηνή βαμβακερή που σ’ ένα χρόνο είχε μπει στο πλύσιμο και είχε γίνει ψαράδικη (είχα φθάσει ήδη το 1.80 στο ύψος). Είχε ξεβάψει και η άσπρη κλωστή. Οπότε…

       Μας έβαζε και παίζαμε γερμανικό. Κάτι σαν τα μήλα δηλαδή και όποιον πετύχαινε η μπάλα έβγαινε εκτός παιχνιδιού. Εκεί έγινε και το μεγάλο λάθος!!! Οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν από τους Αθηναίους, οπότε (εμείς οι Σπαρτιάτες) για να τιμωρηθούμε πήραμε καβάλα τους Αθηναίους και τους κάναμε γύρω – γύρω σ’ όλο το τετράγωνο. Οπότε πήραμε το μάθημά μας. Γι’ αυτό κερνάγαμε στα διαλείμματα τους Αθηναίους για να κάτσουνε να χάσουνε… Εμ, τι νομίζετε και τα μικρά ματς στήνονται… 

      Ξεκινήσαμε και μηχανολογικό σχέδιο, αλλά εν τω μεταξύ έγινε και το επεισόδιο νούμερο δύο με τον Μπούτζακ. Είχαμε στο Μηχανουργείο να φτιάξουμε την ουρά του χελιδονιού. Δηλαδή ένα τετράγωνο να το κόψεις σε δύο κομμάτια έτσι ώστε να σχηματίζει το αρνητικό (θηλυκό) το σχήμα W και να εφάπτεται με το θετικό (αρσενικό) σε σχήμα V. Επειδή ως συνήθως το ‘σφαξα σκαρφίστηκα το εξής: Ο Μπούτζακ δεν έβλεπε καλά. Έβαζε τα γυαλιά του και το κοίταξε στο φως. Αν είχε χαραμάδα φαινότανε… Εγώ λοιπόν το πήρα το έβαλα ανάμεσα στην μέγγενη, έβαλα γράσο και ρινίσματα ανάμεσα στα δύο κομμάτια, το σκούπισα και το ‘δωσα στον Μπούτζακ ανακουφισμένος. Αυτός το σήκωσε στο φως, αλλά για κακή μου τύχη του ‘πεσε και φάνηκε η απάτη μου!!! Χαμογέλασε μ’ αυτό το γνωστό δολοφονικό χαμόγελο και ήξερα ήδη τι σήμαινε.

       Εν τω μεταξύ είχα αρχίσει να παίρνω την κάτω βόλτα σαν μαθητής, γιατί την προηγούμενη χρονιά ο γυμναστής είδε ότι είχα πολύ καλή αλτικότητα σε δοκιμαστικά άλματα στο σκάμμα του σχολείου (τώρα το ‘χουν σκεπάσει) και μου σύστησε να ξεκινήσω στίβο. Έτσι πήγα στον Εθνικό Πειραιά και  επειδή ήμουν σχετικά αργός έκανα τριπλούν και μάλιστα πήγαινα πολύ καλά, σταματώντας το μπάσκετ από τον Φάρο. Πέρασα την τάξη, αλλά καμία σχέση με την προηγούμενη χρονιά που ήμουν μέσα στους τρεις, τέσσερις καλύτερους του τμήματος.

       Την χρονιά αυτή με σημάδεψε θετικά και ένα άλλο γεγονός. Είχαμε Βυζαντινή Ιστορία και έπαιξε ο Βάσος Ανδρονίδης στο «έρωτας και φόνος στο Ιερό Παλάτι» στο Εθνικό θέατρο. Η ιστορία του Νικηφόρου Φωκά. Ο Μιχαλάκος μου ‘δωσε εισιτήριο δωρεάν να πάω να το δω και να έρθω σχολείο να διηγηθώ τι είδα. Ήταν πως φαίνεται η ανταμοιβή μου συνάρτηση πολλών παραγόντων:

       Συμμετείχα με προθυμία και επιτυχία στα θεατρικά δρώμενα του σχολείου, είχα διακριθεί στον διαγωνισμό παιδικού διηγήματος και είχα βοηθήσει μετά μανίας θα ‘λεγα στο γέμισμα ενός άλμπουμ που έφτιαξε η τάξη για τις βυζαντινές εκκλησίες της Αττικής. Είχαμε επισκεφθεί τις: Καπνικαρέα, Γοργοεπήκοο, Δαφνί, Καισαριανή και άλλες. Τι ωραία πράγματα!!! Εκείνη την εποχή, το σχολείο άνοιγε!!! Και σήμερα… Κυνήγι της «Ύλης». Αποβλάκωση. Αποστήθιση… Το ξέρω ότι το σχολείο λειτουργούσε εποχή Χούντας. Όχι ότι δεν υπήρχαν δάσκαλοι φοβισμένοι, που υπηρετούσαν το σύστημα. Αλλά υπήρχαν και οι Άλλοι… Και βέβαια υπάρχουν και σήμερα δάσκαλοι που υπερβάλλουν εαυτόν. Αλλά περιστέρι μου πώς να πετάξεις σ’ αυτόν τον μαύρο τον ουρανό…


Τρίτη χρονιά:

      Κόντεψα να μείνω μετεξεταστέος. Στην αρχή έχουμε μια μαθηματικό Λαδ., πολύ γριά. Με ένα 14 αραχτός και άνετος. Άλλα έργα τυρβάζων. Έλα ντε που πριν λήξει το δεύτερο τρίμηνο φεύγει με σύνταξη και μπαίνει ένας τύπος 1.60μ μ’ ένα τριμμένο σακάκι, κομπλεξικός ο Δαβ., και μας λέει πρώτη κουβέντα:

       «Βγάλτε μια κόλλα χαρτί».

       Εμείς νομίζαμε ότι μας κάνει πλάκα. Ατυχώς. Τα θέματα που μας υπαγόρεψε να σας πω Κινέζικα ήτανε, Ρώσικα ή Μαθηματικά δεν κατάλαβα. Αρπάζω ένα ξεγυρισμένο επτά. Και δεκατέσσερα στο πρώτο τρίμηνο. Μέσος όρος 11. Έρχεται ο Γενάρης. Τότε γράφαμε και στην μέση της χρονιάς. Βάζει 3 θέματα. Εγώ για να πω την αλήθεια το διάβαζα και δεν ήξερα σε τι γράφω… Μαθηματικά, Γεωμετρία, Φιλοσοφία, Ιησουΐτες, τι διάολο… Μέχρι τώρα τα θυμάμαι!! Ένα παραμετρικό σύστημα με δύο αγνώστους, μία εξίσωση τετάρτου βαθμού για να την παραγοντοποιήσεις και να βρεις τις ρίζες της… Όσο για την Γεωμετρία. Μια κατασκευή και ένας γεωμετρικός τόπος. Άπατος!!! 4 Άλγεβρα, 4 Γεωμετρία. Με το 11 στα προφορικά μέσος όρος εξαμήνου 7!!! Ξεκίνα να τρέχεις!!! Όταν πήγαμε σ’ ένα μαθηματικό ολκής στον Πειραιά, τον Κουνιάκη, έκανε 2 ώρες να βγάλει τον γεωμετρικό τόπο. Οπότε εμείς… Από χέρι που λέμε στην Πειραϊκή διάλεκτο. Για να καλμάρουμε τον πόνο μας πηγαίναμε στο Πασαλιμάνι, νοικιάζαμε βάρκα και αμολάγαμε μέχρι ο βαρκάρης να αρχίζει να μας κυνηγάει για να μας γυρίσει πίσω μην τυχόν και βγούμε έξω από το λιμάνι. Στην γεωγραφία πάλι που μας έκανε ο Τσόπ. μας βάζει μονολεκτικά θέματα (για να μην διορθώνει) π.χ. ποιο σημείο έχει την μικρότερο θερμοκρασία στον Πλανήτη. Μέχρι τώρα το θυμάμαι. Βερχογιάνσκ – 730C. Αρπάω και εκεί ένα 11 και  ένα δυνατό χαστούκι όπως όλοι μας, γιατί ενώ μας έκανε πειράματα στο εργαστήριο στα σκοτεινά ο Μήτσος ο Μαντ., ο επονομαζόμενος «σκύλος»  γάβγισε άπαξ. Τσαντισμένος ο Τσοπ., άνοιξε τα φώτα στηθήκαμε στη σειρά και περνούσε ένας – ένας ανεξαιρέτως για το χαστούκι. Πού διαμαρτυρία… Και αν δεν ξέρετε τι εστί Τσοπ; Δύο μέτρα ακριβώς και ένα χέρι σαν κουπί.

       Είχα όμως και άλλα γεγονότα. Μακράν η πιο ναδίρ σχολική χρονιά!! Σ’ ένα από τα ελάχιστα κενά, που θυμάμαι στο σχολείο πήγαμε με βροχή και παίξαμε μπάλα στην αλάνα (εκεί σήμερα είναι το ΠΑΠΕΙ). Εγώ επειδή δεν ασχολιόμουν με το ποδόσφαιρο – όντως μπασκετόφιλος και στιβικός – γι’ αυτό είχα την εκτίμηση του Μιχαλάκου, που ειρωνευόταν τους λαθραναγνώστες ποδοσφαιρόφιλων αθλητικών εφημερίδων συμμαθητές μου, με πήραν να παίξω μπάλα μες τη βροχή. Και για να αποδείξω ότι καλώς κλήθηκα τα ‘δωσα όλα. Μου βγάλανε το παρατσούκλι «Λαβαρίδης» που με ακολούθησε μέχρι να τελειώσω. Οι περισσότεροι σαν Λαβαρίδη (παλιός ψιλόλιγνος κεντρικός χαφ, παίχτης της ΑΕΚ) με ξέρουν. Όταν πήγα σπίτι δικαιολογήθηκα στην άρρωστη μαμά μου ότι βράχηκα στη Γυμναστική. Σιγά μην δεν ξέρει η μάνα, που λέει και ο Λαζόπουλος. Τότε κλόνισα την εμπιστοσύνη της ότι ήμουν φιλαλήθης…

       Και μια άλλη φορά με είδε ο Μιχαλάκος που παίζαμε ανάμεσα στα Μακρά Τείχη κοντά στο σχολείο, οπότε επιτιμητικά με παρατήρησε σαν βέβηλο. Αυτή την ντροπή για τα μνημεία προσπάθησα να την ξεβγάλω αργότερα. Ξέρουν οι φίλοι μου… 

     Εν τω μεταξύ είχαμε επεισόδιο Μπούτζακ νούμερο τρία. Κάναμε τόρνο στο μηχανουργείο. Είχαμε λοιπόν να φτιάξουμε ένα αξονάκι. Έρχεται ο συμμαθητής μου ο Κουτσ. και μου λέει:

     «Ρε κύριε (μ_λ_ _ _) σε έχει σηκώσει ο Τσοπ;»

     «Όχι».         

     «Ούτε και μένα. Θα μας σηκώσει. Πως θα γίνει να βάλω τον τόρνο στον αυτόματο για να διαβάσω;»

       Αφού είχε δει εμένα που τον είχα στον αυτόματο. Ας είναι καλά ο πατέρας μου που μου είχε δείξει… Του δείχνω και ‘γω του κυρίου (μ_λ_ _ _) και δεν πέρασε ένα λεπτό, ακούμε ένα θορυβώδες ντουπ, βλέπουμε μια τρύπα στο ταβάνι και μετά ένα ιπτάμενο αντικείμενο. Σηκώνει ο Μπούτζακ το κεφάλι του, βλέπει ένα τόρνο να γυρνάει σαν τρελός. Ο κύριος, βλέπε (μ_λ_ _ _ ς) Κουτσ. δεν έδεσε καλά το τσοκ. Βλέπει όμως ο Μπούτζακ που κάθομαι κάτω κρυμμένος μ’ ένα βιβλίο στο χέρι και τον τόρνο μου να γυρίζει χωρίς εμένα. Αρχίζει και μας κυνηγάει. Κάποια στιγμή μπουρδουκλώνομαι, πέφτω και με βουτάει με τις τανάλιες. Συγγνώμη, τις χερούκλες του. Ακόμα νομίζω ότι είναι πάνω στο λαιμό μου. Εν τω μεταξύ καταλαβαίνει ο Κατσάς από τον θόρυβο ότι κάτι έχει γίνει στο μηχανουργείο και κατεβαίνει κάτω. Βλέπει ένα καθηγητή να πάει να πνίξει ένα μαθητή και σκηνές απείρου κάλλους. Εγώ να προσπαθώ να τρέξω να ξεφύγω από τον Μπούτζακ και ο Γυμνασιάρχης να προσπαθεί να τον ξεκολλήσει από πάνω μου. Όταν δόθηκαν οι εξηγήσεις, ανέβηκα στο γραφείο του Διευθυντή με τον Κουτσ. και εισπράξαμε από τριήμερη αποβολή. Πώς θα το πω στον πατέρα μου; Ε, δεν το είπα. Έστειλα τον θείο Αβραάμ για κηδεμόνα… Ως αναγγελία της λυπητερής!!!

      Αυτή η μακράν πιο  δράμα χρονιά στο σχολείο. Έτσι τσούλησε,όλο με επεισόδια. Πέρασα  με 10 τα μαθηματικά και όταν το είδε περίλυπος ο πατέρας μου, μου είπε: 

      «Είχα μια ελπίδα ότι κάτι θα έκανες. Αλλά εσύ..».

       Η αλήθεια είναι ότι και γι’ αυτόν τον ήρωα πατέρα ήταν μια δύσκολη χρονιά. Έτρεχε στα νοσοκομεία για την μάνα μου, έπλενε, σιδέρωνε, σκιζόταν. Και όταν ερχότανε η ώρα να πάρει τους βαθμούς, ερχόταν πολλές φορές με τα ρούχα της δουλειάς. Και γω ντρεπόμουνα γιατί έβλεπα κάποιους κυριλάτους… Μετά κατάλαβα πόσο τιμημένα ήταν αυτά τα ρούχα και πόσο περήφανος πρέπει να ήμουνα γιατί ήμουνα ο γιος αυτού του Ανθρώπου.

       Πάντως η χρονιά ήταν η μεγάλη εκκαθάριση για το Σχολείο. Φύγανε εξαιτίας του Δαβ., πολλοί γιατί μείνανε μετεξεταστέοι: Σκεφτείτε ότι εγώ στα μαθηματικά στο τέλος ανάμεσα στα 36 άτομα ήμουνα 8ος – 9ος. Και αυτό με 10. Δεν μας εξέταζε στην δουλειά που μας έβαζε και κάναμε στο σπίτι. Μας έβαζε μια άσκηση στον πίνακα, άγνωστη και παλούκι και εμείς προσπαθούσαμε να την λύσουμε στο τετράδιο και αυτός περνώντας από πάνω μας βλέποντας τι έχουμε κάνει μας βαθμολογούσε. Ποτέ σε γνωστή άσκηση…  


Τετάρτη Γυμνασίου…

      Πως το λένε; Μετά την καταιγίδα; Η γαλήνη!!! Έτσι ακριβώς. Μετά την χειρότερη η καλύτερη. Καταρχήν διάλεξα ασυζητητί τους Ηλεκτρολόγους. Και απαλλάχθηκα από το σενάριο Μπούτζακ νούμερο τέσσερα. Ήρθε ο Γλαρός ο Φίλιππος στην ζωή μου. Ο Δάσκαλος!!! Ήξερε πέντε  έδινε επτά. Δεν ήξερα ότι ήταν από την Ικαρία. Συμπτωματικά όταν έγινα διευθυντής μία σχολική σύμβουλος φιλολόγων Ικαριώτισσα τον είχε και αυτή καθηγητή. Πρόλαβα και του ‘στειλα με αφιέρωση το βιβλίο «Η κόμη της Βερενίκης» του Γραμματικάκη και τον πήρα και στο τηλέφωνο. Με θυμήθηκε και έκλαιγε!!! Τον πρόλαβα πριν πάει στην Γειτονιά των Αγγέλων και έκανα το χρέος μου. Άκουσε το ευχαριστώ μου. Μια φορά θυμάμαι με σήκωσε στον πίνακα για ονοματολογία στην Χημεία και μπέρδεψα το στοιχείο του Μολυβδαίνιου. Μου τράβηξε το αυτί και μου ‘πε: 

      «Δεν δικαιολογείται δικός μου καλός μαθητής να κάνει λάθος».

       Όταν αργότερα πήγαμε αρκετοί στον Ηράκλειτο (φροντιστήριο στην Αθήνα) και μας έβαλε διαγωνίσματα για να μας κατατάξει σε τμήμα ο Κορέσης, χημικός – άλλος μεγάλος Δάσκαλος – μας είπε:

      «Παιδιά από μένα είστε έτοιμοι. Και να μην κάνετε φροντιστήριο το ίδιο κάνει. Αλλά για να μην σας χάσω, θα σας κάνω ξεχωριστό τμήμα».

       Και έτσι έκανε το ΣΤ2 Πολυτεχνείου και στην πορεία πρόσθεσε και τους καλούς από άλλα σχολεία. Όλες της Χημείες στην καριέρα μου, αν και Γεωλόγος, τις πέρασα με την λιγότερη προσπάθεια και με βαθμό. Και δεν έκανα και λίγες. Οκτώ τον αριθμό.

        Άλλος σταθμός ο μαθηματικός μας. Ο Μελισσάρης ο Ανδρέου. Όχι εύκολος. Αλλά ανθρώπινος. Γι’ αυτό σε σύγκριση μ’ αυτό που ζήσαμε με τον Δαβ., τον λατρέψαμε. Ήρθε και στο σχολείο ο πρώην προπονητής μου στον Φάρο ο Γιάννης ο Μπανάκας. Όλα τα καλά μαζί. Και από το πάτωμα ξανά στο ταβάνι. 16 και 7/14 φοβερός βαθμός για Ζάννειο. Με προοπτικές… Ξανάγινα καλός μαθητής…

      Στην Πέμπτη Γυμνασίου ξεκινήσαμε το φροντιστήριο στον Ηράκλειτο. Κάθε μέρα έξι με δέκα το βράδυ. Γυρνούσα στα Ταμπούρια έντεκα και κάτι. Πότε να διαβάσεις και για τι; Σχολείο ή φροντιστήριο. Μεταπολίτευση… Παρόλα αυτά οι καθηγητές από το σχολείο μας κυνηγούσανε για την πρόοδο μας. Στην πρώτη επέτειο που αποφασίσαμε να πάμε με στεφάνι στο Πολυτεχνείο το ’75, πήρανε τηλέφωνο στα σπίτια μας ένα – ένα από το σχολείο για να καταστήσουν τους γονείς μας υπεύθυνους για την απουσία μας. Όπως μια φορά που δεν πήγα σχολείο και είχα πάει στην δημοτική βιβλιοθήκη, πάνω από το Δημαρχείο του Πειραιά να διαβάσω, αλλά το ‘χα πει στην μαμά μου. Όταν κάλεσαν από το σχολείο για να την ενημερώσουν για την απουσία μου και τους είπε που ήμουνα, ήρθαν και με βρήκαν στην βιβλιοθήκη να διαβάζω. Δεν είπαν απολύτως τίποτα, μόνον οι απουσίες μπήκαν με την παρατήρηση «δικαιολογημένη η απουσία του».

       Το ξέρω ότι κάποιοι συμμαθητές μου το σχολείο το θεωρούσαν στρατοκρατούμενο. Κυρίως αυτοί που οι γονείς τους, όπως ο Κώστας ο Τσεφ., μετέπειτα αντιδήμαρχος στην Νίκαια, είχαν εκδηλωθεί και κυνηγηθεί επί Χούντας. Ανθρώπινο. Αλλά είναι όπως κάθεσαι ο ίδιος απέναντι σε διαφορετικούς καθρέφτες και ο κάθε ένας απεικονίζει διαφορετικού μεγέθους το ίδιο είδωλο. Εγώ τότε πάντα προσπαθούσα να βιώνω, να βοηθάω και να βοηθιέμαι και να θυμάμαι τα καλά!!!

       Την χρονιά αυτή εκτός που συμμετείχα σε γυμναστικές επιδείξεις στο Καραϊσκάκη – όλο το στάδιο γεμάτο παιδιά που κάνανε όλα το ίδιο πρόγραμμα – ήταν και η πρώτη επαφή μου με επιθεωρητές. Τότε το σύστημα ήτανε για να πάρει ένας καθηγητής προαγωγή έπρεπε να «εξεταστεί» από τον επιθεωρητή. Ήρθε λοιπόν ένας επιθεωρητής – φιλόλογος για την Σκαρβέλη και μάλιστα να την τσεκάρει στα Αρχαία. Σήκωσε τυχαία ένα μαθητή στον πίνακα και ο κλήρος έπεσε σε μένα. Έχω θέμα με τα λαχεία, τα τραβάω!!!! Μαύρα, άσπρα!!! Μου υπαγόρευσε στον πίνακα ένα άγνωστο κείμενο. Έκανα τις παρατηρήσεις, συντακτικές και γραμματικές. Ο επιθεωρητής διέκοπτε κατά διαστήματα να ρωτήσει και τους άλλους συμμαθητές μου αν συμφωνούσαν μαζί μου, για ένα ολόκληρο δίωρο, θέλοντας να δει τη δουλειά υποδομής της Σκαρβέλη. Μου ‘βαλε λοιπόν 14. Στο άγνωστο. Στην Πέμπτη Γυμνασίου, ούτε καν στην Έκτη. Και ήταν το θέμα που ‘χε πέσει στις εξετάσεις της Παντείου στις εισαγωγικές του ’74. Και το 14 ήταν βαθμός εισαγωγής. Και δεν ήμουν στα Αρχαία ο καλύτερος της τάξης. Πρέπει να ‘μουν ο τρίτος ή ο τέταρτος. Και πρακτικό. Είχαμε όμως παιδιά με μυαλό. Και πραγματικά ενώ διαβαζόντουσαν πολλές εκθέσεις μου σε μικρές τάξεις κυρίως, στο Λύκειο σχεδόν κάθε 2 εβδομάδες που διορθώναμε τις εκθέσεις μας όλοι μαζί στην τάξη ήταν κάθε φορά και άλλος πρωταγωνιστής. Είχαμε εξαιρετικούς φιλολόγους. Ακόμα και αυτοί που ερχόντουσαν για μια χρονιά.

      Είχε συμβεί τότε να μας έρθει αναπληρώτρια μία ανιψιά (έτσι λεγότανε) του υποδιευθυντή του σχολείου, του Κατσ., ενός «καράβλαχου», που όλο μας έστελνε αν και κουρεμένοι να κουρευτούμε σε έναν μουγκό κουρέα που μας έκανε γουλί!! Οπότε άντε να τον αγαπάμε. Άσε που όταν μας διάβαζε το κείμενο που κληρωνόταν στις εξετάσεις Ιανουαρίου ή Μαΐου λόγω της προφοράς του δεν καταλαβαίναμε Χριστό… και ερχόταν μετά ο Μιχαλάκος δήθεν για εξηγήσεις και μας το διάβαζε ολόκληρο από την αρχή για να μην τον προσβάλλει… Ήρθε και αυτή η πρωτοδιόριστη κοπελίτσα, ψηλή, λιγνή μέσα σε τμήμα αρρένων που έβλεπαν μόνο γριές και άντρες… Πανηγύρι!!! Δεν ήταν άσχημη, αλλά έκανε το λάθος να νομίζει ότι η εκπαίδευση είναι πάνω της!!! Μόνο σ’ αυτήν. Μας έκανε Αρχαία  Ιστορία. Εγώ τότε είχα μια τάση να πηγαινοέρχομαι με τα πόδια για να γλιτώσω το πενηνταράκι που κόστιζε το μισό εισιτήριο του λεωφορείου για να αγοράζω βιβλία. Τα κατάπινα. Εκτός τα βίπερ με τη Βυζαντινή Ιστορία του Βασιλιέφσκι, την Ιστορία του 2ου παγκοσμίου πολέμου, είχα αγοράσει και σειρές όπως τους Μεγάλους Όλων των Εποχών. Είχα ρουφήξει όλη την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που ήταν ένας τόμος από την σειρά. Και έκανε το λάθος να μας βάζει Αλέξανδρο στο τέλος. Γέμισα τρεις κόλλες διαγωνισμού και ειδοποιήθηκε ότι ζήτησα και τέταρτη. Εκεί ήρθε και μ’ έκοψε να συμπληρώσω και την άλλη. Φυσικά πήρα 20, αλλά και μια αποβολή γιατί στο τέλος του διαγωνίσματος έγραψα ο θρασύς: «Τέλος και τω θεώ δόξα. Περισσότερες πληροφορίες στον ιστορικό Βασίλη Κωνσταντινίδη».

       Και φυσικά χαλάλι μου η αποβολή. Τέτοιες έτρωγα. Αλλά… όλα και όλα. Πήγαινα στο γραφείο του διευθυντή με άγχος και αγωνία, στεκόμουνα σούζα, έλεγα και καλημέρα στην αρχή και ευχαριστώ για την κατανόηση σας και την μικρή ποινή που μου βάλατε στο τέλος. Κύριος…

      Όχι πως όταν έγινα διευθυντής και έριχνα εγώ τις αποβολές με έπρηζαν πρώτα οι γονείς και ύστερα και τα παιδιά τα ίδια, άσχετα αν τα είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια να κάνουν ζαβολιές. Τα ‘φερε η ζωή και όταν δούλευα ήδη σαν εκπαιδευτικός μια μέρα την συνάντησα σ’ ένα βιβλιοπωλείο στη Σόλωνος να κοιτάει βιβλία στην τζαμαρία. Την ρώτησα μήπως ήταν αυτή. Ήταν… Αλλά πλέον λέκτορας στο Πανεπιστήμιο. Και από μόνη της μου είπε:

      «Κάτι μου θυμίζει το πρόσωπό σας». 

     «Ήμουν μαθητής σας στο Ζάννειο». 

     «Αχ, ναι, η πρώτη και τελευταία χρονιά που δούλεψα σε σχολείο. Εσείς δεν είχατε τιμωρηθεί γιατί είχατε γράψει απαράδεκτη παρατήρηση στο διαγώνισμα; Τι δουλειά κάνετε;».

      «Συνάδελφος. Εκπαιδευτικός»,

      ..της είπα και έσκυψα το κεφάλι, θέλοντας ή να ζητήσω συγγνώμη για την συμπεριφορά του τμήματος, αλλά και της δικής μου απέναντι της ή αντιλαμβανόμενος ότι όλα εδώ πληρώνονται… 

     Ο Δάσκαλός μας, ο Φίλιππος ο Γλαρός ήρθε η ώρα να κριθεί. Είχαμε λοιπόν μια υποδειγματική διδασκαλία στο εργαστήριο παρουσία του γενικού επιθεωρητή (άσχετης ειδικότητας), των επιθεωρητών της ειδικότητας και άλλων καθηγητών από άλλα σχολεία στο Χημείο στον πρώτο όροφο. Ένα μήνα μας προετοίμαζε. Είχε αναθέσει σ’ όλους μας να παρουσιάσουμε από ένα ξεχωριστό κομμάτι. Πείραμα ή αντιδράσεις ή προσομοιώσεις. Μας είχε ξηγηθεί. Αν δεν πάτε καλά και χάσω την προαγωγή μαύρο φίδι που σας έφαγε. Ήταν το CO2 (διοξείδιο του άνθρακα). Έρχεται εκείνη η ώρα και όταν παρακολουθώ σεμινάρια για υποδειγματικές προτάσεις διδασκαλίας για το σχολείο, γελάω! Ξέρω πόση προετοιμασία έχει πέσει και ότι δεν είναι δυνατόν να κάνεις τα ίδια για κάθε διδακτική ώρα για κάθε μέρα… Έρχεται η Μεγάλη Ώρα!!! Καμιά τριανταριά ξένοι για μας. Τριάντα έξι  εμείς και ο Φίλιππος. Να ‘χει κοκκινίσει. Μπαμ έκανε από μακριά ότι είχε άγχος. Εμείς καθισμένοι στο αμφιθεατρικής μορφής εργαστήριο και με υπερυψωμένα έδρανα σε σειρές και απέναντι μας οι κριτές της προαγωγής του Δάσκαλου μας. Με το που ξεκινάει η διαδικασία και του Φίλιππα του πέφτει ένα ποτήρι ζέσης και σπάει κάτω, σηκώνομαι εγώ κατ’ ευθείαν, κοιτάζοντας τους κριτές και τους λέω :

      «Δεν πειράζει». 

      Παίρνω μια σκούπα και ένα φαράσι, μαζεύω τα γυαλιά και ανοίγω το ντουλαπάκι και βγάζω ένα άλλο και το δίνω στον έντρομο Φίλιππα. Αυτός αντί να αρχίσει με την κανονική σειρά τις ερωτήσεις μπερδεύτηκε και ξεκίνησε από μένα, με ερώτηση εντελώς «άσχετη» με την δική μου. Όταν συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος με κοίταξε στα μάτια αμήχανος. Εμείς όμως επειδή ήμασταν και καλοί και έξυπνοι και πράγματι τον αγαπούσαμε και θέλαμε να τον βοηθήσουμε για την προαγωγή του τα ‘χαμε μάθει απ’ έξω. Όχι μόνον το δικό μας «ποίημα», αλλά και των άλλων. Αφού είπα εγώ τα δικά μου (που δεν ήταν δικά μου), στη συνέχεια λέω στον Άκη να σηκωθεί να συνεχίσει με την φιάλη του πυροσβεστήρα που ‘χαμε στο εργαστήριο για να δείξουμε την μεταβολή της φυσικής κατάστασης με την εκτόνωση. Βάζοντας σε σωστή σειρά το πρόγραμμα πήγαμε πώς να σας το πω… Τρένο!!! Κάποια στιγμή, βλέπω γύρω μου να ‘μαστε όρθιοι τέσσερις μαθητές σαν ρομποτάκια, να κάνουμε πειράματα και μόλις τέλειωνε ένας, τον παρουσίαζα στους υπόλοιπους καθισμένους συμμαθητές μου και αυτοί λέγανε τις απορίες και τις αντιρρήσεις τους, και αυτός που εκτελούσε το πείραμα ανασκεύαζε και απαντούσε. Στο τέλος πήρε τον λόγο ο γενικός επιθεωρητής και είπε: 

      «Τι να σας πω; Πρώτη φορά βλέπω τόσο άνετους μαθητές σε εργαστήριο, αλλά και σεις κύριε Γλαρέ τι ωραία αφόρμιση ήτανε που σπάσατε εξεπίτηδες το ποτηράκι για να αρχίσετε. Τι ωραία θεατρικότητα βγάλατε». Μάλλον για να τα είπε πρέπει φιλόλογος να ‘τανε. Και ο Φίλιππος ανακουφισμένος απάντησε:

      «Ξέρετε τα παιδιά δουλεύουν σε εργαστήρια από μικρά, αλλά ναι, είναι και το καλύτερο τμήμα της τάξης και πολύ καλά παιδιά».

      Στο τέλος μας χαιρέτησαν όλους έναν – έναν. 

      Το γέλιο της αρκούδας έπεσε όταν ο Φίλιππας ήρθε στην τάξη και μας είπε:

     «Καλά πήγατε γι’ αυτό σας διάλεξα, αλλά ίσως ήσασταν λίγο αγχωμένοι».

       Δεν είπε για τον εαυτό του!!! Αλλά ήταν το ύφος του μια έμμεση ομολογία και ένας τρόπος ευχαριστώ. Ήταν το μόνο είκοσι που πήρα τότε. Το είκοσι δεν υπήρχε στο Ζάννειο σαν βαθμός. Άξιζα για 17 – 18 αλλά ήταν και το bonus. Είδες η δειγματική; Όμως οφείλω να ομολογήσω ότι την Χημεία που κάναμε με τον Γλαρό την θυμάμαι ακόμα. Και μ’ αυτές τις γνώσεις έκανα 12 χρόνια κατεύθυνσης στο Λύκειο. Όχι παίξε γέλασε. Και Γεωλόγος. Αλλά ακόμη δέκα πήρα και στην Χημική Ωκεανογραφία από τον Σκούλλο. Όχι αστεία. Για μια ακόμα φορά σ’ ευχαριστώ Δάσκαλε.

       Τα χρόνια τότε ήτανε όμορφα. Με προσμονή. Άσε που είχε αρχίσει και η τηλεόραση. Μόλις είχαμε πάρει μια ασπρόμαυρη και δεν έχανα επεισόδιο των ντοκιμαντέρ του Κουστώ. Τότε ήταν που αποφάσισα να γίνω Ωκεανογράφος!!! Το πρόγραμμα βέβαια ήταν φορτωμένο, γιατί είχαμε ξεκινήσει και το φροντιστήριο στον Ηράκλειτο, οπότε που να ‘χεις χρόνο για διάβασμα… Όλο στο τρέξιμο!!! 

      Βέβαια η μεταπολίτευση άλλαξε πολύ τα δεδομένα. Εκεί που έπρεπε να κουρευόμαστε γουλί σχεδόν, είχαμε αρχίσει να αφήνουμε να μακραίνουν τα μαλλιά μας, να πολιτικοποιούμαστε (ασθένεια ανίατη που μας συνόδεψε για χρόνια…), να διαβάζουμε βιβλία, λέγοντας ή υποδεικνύοντας ο ένας στον άλλο γι’ αυτά. Οι βασικές αρχές Φιλοσοφίας του Πούλιτζερ, ο Άρθουρ Καίσλερ ήταν ανάμεσα στους συγγραφείς που έπρεπε να ‘χεις διαβάσεις για να ‘σαι αποδεκτός στην ομήγυρη.

       Με τους καθηγητές είχαμε σχέσεις πάνω – κάτω. Με τον Τσοπ., για παράδειγμα τον Γενάρη είχε βάλει μια άσκηση που βάσει εκφώνησης και όπως με διαβεβαίωσε ο Κουγ. φυσικός, συγγραφέας και καθηγητής μου στον Ηράκλειτο επιδεχόταν και άλλη λύση. Ήταν ένας ηχητικός σωλήνας και δημιουργούνταν αν θυμάμαι καλά από μια ηχητική πηγή ένα κύμα. Όταν μας έκανε διόρθωση και του ‘πα τις παρατηρήσεις μου (γιατί μου ‘χε κόψει όλη την άσκηση σαν λάθος και αντί για δέκα τέσσερα πήρα επτά (στο γραπτό του Γενάρη), το κατάλαβε το λάθος του αμέσως. Του ‘χε ξεφύγει. Ανθρώπινο… Γύρισε όμως και μου ‘πε:

      «Αν κάνεις αίτηση για αναβαθμολόγηση, θα κάνεις και αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος».

      Αργότερα τον συνάντησα σχολικό σύμβουλο και κατά κάποιο τρόπο επόπτη μου. Μου φάνηκε πως αυτός ο άνθρωπος που μας έλεγε πλέον στα σεμινάρια να ‘μαστε επιεικείς με τους μαθητές μας κλπ ήταν άλλος άνθρωπος. Πλήρης μετάλλαξη…

       Η Σκαρβέλη πάλι επέμενε να δώσω εξετάσεις για να εισαχθώ στην Φιλοσοφική γιατί μου ταίριαζε καλύτερα. Έκανε μεταφράσεις θεατρικών έργων και προσαρμογές στα κείμενα για τις παραστάσεις. Μεγάλη φιλόλογος, με εμπειρία. Δεν την άκουσα. Μπερδεύτηκα με το όριο. Κάτω από 10.000 χρόνια αρχίζει η Ιστορία. Πάνω η Παλαιοντολογία.

      Εγώ ένας ανθρώπινος Ρα-Ταν-Πλαν, σε κάθε σταυροδρόμι της ζωής μου στρίβω εκεί που δεν πρέπει. Αν με δείτε να παίρνω ένα δρόμο σ’ένα σταυροδρόμι, εσείς πάρτε τον διαμετρικά αντίθετο. Να ‘στε σίγουροι!! 

     Στην Έκτη Γυμνασίου, η τάξη ήταν καθαρά διαδικαστικού χαρακτήρα, μόνον τρέχαμε σχολείο – φροντιστήριο – σπίτι. Πάντως συναισθηματικά και πειθαρχικά είχαμε ξεψαρώσει εντελώς. Βρισκόμασταν κάθε πρωί σε ένα καφενέ στη γωνία προς την πλατεία Ιπποδαμείας και αποφασίζαμε αν θα κάνουμε κοπάνα ή όχι. Μια μέρα έπεσε σύρμα από κάποιον – δεν θυμάμαι ποιον – και αποφασίσαμε να πάμε σε τσοντάδικο. Τότε στα ντουζένια της ήταν η Βαρβάρα στα Καμίνια και έπαιζε από το πρωί: Στο διάλειμμα όταν άναψαν τα φώτα, μας χαμογελούσαν ο καινούργιος Γυμνασιάρχης μας (μόλις είχε έρθει σε –όπουλος το επίθετό του), ο Μελ., και η Σκαρ. Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται (χαλάλι οι τιμωρίες κλπ). Για να πάμε εκδρομή κανονίσαμε να κάνουμε εκδήλωση για να μαζέψουμε λεφτά. Και που την κάναμε; Στην Πλάκα σε μια μπουάτ, που έπαιζε αντάρτικα! Είναι τρελοί αυτοί οι Πειραιώτες…

       Ήταν η χρονιά που εντελώς ξεσαλωμένοι μας ήρθε κι ένας ηλεκτρολόγος ο Βουρ. Τον βγάλαμε αμέσως «μπαρμπούνι». Ήταν μια πλήρης ομοίωση του συμπαθούς ψαριού. Κατακόκκινος με κάτι μουστάκια να. Η ψαραγορά στις δόξες της. Πήγαινε κάποιος σκαστός στην ψαραγορά και αγόραζε τέσσερα μπαρμπούνια, που τα βάζαμε κρεμασμένα στις λάμπες της αίθουσας. Ο «μπαρμπούνης» δεν μας έκανε μάθημα, αλλά όταν μας είπε την ύλη των εξετάσεων (που δεν δίδαξε, γιατί εμείς κάναμε πλάκα) μας έπιασε σοκ. Κυκλώματα επαγωγικών αντιστάσεων με ωμικές, αυτεπαγωγή, πυκνωτές και επίλυση τους με χρήση μιγαδικών αριθμών… Πανικός. Η εκδίκηση του μπαρμπουνιού…. 

Λίγο πριν τις εξετάσεις μάθαμε ότι ενοποιήθηκε ο Γεωπονοδασολογικός με τον Πολυτεχνικό και Φυσικομαθηματικό κύκλο και η αναλογία υποψηφίων προς επιτυχόντες πήγε 8:1. Οπότε πήρα την απόφαση αντί να περάσω τίποτα Γεωπονική αν δεν πήγαινα καλά, να ξεκινήσω λίγο σχέδιο στο εργαστήριπου ‘χε στήσει ο καθηγητής Σκουρ. Στο γραμμικό δεν είχα πρόβλημα και αποδείχτηκε: 29 (με άριστα το 40) στις εισαγωγικές. Στο ελεύθερο είχα πρόβλημα. Παρόλα αυτά μπορούσα να απεικονίζω τις διαστάσεις του αντικειμένου που έβλεπα σωστά στο χαρτί. Από σκίαση μηδέν εις το πηλίκο… Γι’ αυτό και πήρα 20 (βάση δηλαδή) στις εισαγωγικές. Στη δήλωσή μου  όμως είχα βάλει πρώτα το Γεωλογικό, μετά το Χημικό και μετά την Αρχιτεκτονική. Ο λόγος που έβαλα πρώτα τις σχολές της Θεσσαλονίκης ήταν για να φύγω από το σπίτι. Απολυτήριο αν θυμάμαι καλά 151/14 και με 20 που αλλού; Στα Θρησκευτικά. Έτσι είναι η ζωή. Ότι στο χρωστάει στο δίνει αργότερα… Την πάτησα στις εισαγωγικές στα Θρησκευτικά στο σχολείο, μου το ‘δωσε στο απολυτήριο. Σ ’αυτό είχα μεγαλύτερους βαθμούς στα φιλολογικά, απ’ ότι στα μαθήματα που θα εξεταζόμουνα για τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο.

       Πάντως γενικά στις εισαγωγικές για το Πανεπιστήμιο δεν πήγα τόσο καλά όσο θα μπορούσα αλλά και πάλι ήμουνα σίγουρος ότι θα πέρναγα όπως κι έγινε.






Λουκία. Η οσία του σχολείου.



    Τις δύο πρώτες χρονιές καλά είχα βολευτεί με τους θεολόγους. Δεν ήταν δύσκολοι άνθρωποι. Το αντίθετο!!! Μετά ήρθε η μεγάλη συνάντηση. Στην Τρίτη Γυμνασίου μπαίνει μια κοντή, ατσούμπαλη με κότσο, θεούσα, γεροντοκόρη που φαινόταν από μακριά ότι δεν… 

     Αλλά ποτέ μη δίνεις σημασία στην εξωτερική εμφάνιση!!! Για να γλιτώσω το «αγαπημένο μου μηχανουργείο» δήλωσα (από τους ελάχιστους αλήθεια) να πάω στη χορωδία που θα έψελνε για τη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. 

     Ποιος; Εγώ; Ιεροσυλία! Αφού τουλάχιστον 4 – 5 φορές ο Κανάρης διευθυντής στη χορωδία του Αγ. Ευθυμίου με έκοψε σαν άσχετο. Όχι άσχετος. Πανάσχετος. Ντο μου ‘παιζε. Φα του έλεγα εγώ. Και ας με λυπόντουσαν επειδή έπαιζα καλό μπάσκετ και πήγαινα και Κατηχητικό. Όταν την άκουσα να ψέλνει είπα γελώντας.

       «Ευτυχώς υπάρχουν και χειρότεροι».

       Φωνή βαρκάρη. Πώς να μην γελάσεις!!! Αυτό ήτανε. Η Λουκία με εκτίμησε ιδιαιτέρως, άσχετα αν είχα φωνή παραπλήσια της δικής της . Ήμουν του δόγματος της. Από τότε με άφηνε να διαβάζω Φυσική ή Μαθηματικά στο μάθημά της, ενώ τους άλλους τους κυνήγαγε. Μια φορά ήταν επιτηρήτρια σε εξετάσεις και είχα πάνω στο θρανίο ένα πλαστικό κάλυπτρο ταυτότητας δίφυλλο (το εξώφυλλο ήταν διαφανές), και φαινότανε η εικόνα του Χριστού. Ήταν δε τυπωμένο στο αριστερό άκρο η φράση «Κατηχητικό Αγίου Ευθυμίου». Στην εσωτερική πλευρά όμως της χάρτινης εικόνας ήταν σημειώσεις. Κοινώς ένα ωραιότατο σκονάκι!!! Ναι είναι αλήθεια ότι ήμουνα άσσος στα σκονάκια… Δεν με έπιασε ποτέ κανείς, από το  Γυμνάσιο ως και το Πανεπιστήμιο!!! Μετά το έκοψα… Είπαμε καρδιά μπαχτσές. Αλλά απατεωνάκος. Πειραιώτης!!! Η Λουκία ή το είδε ή έκανε ότι δεν το είδε, δεν μου είπε τίποτα. Η αλήθεια είναι ότι ήταν γραμμένο με μολύβι 3Η, οπότε πολύ πιθανόν να μην το είδε. Να σου κάνω εγώ σε διαφανές στυλό BIC εγχάρακτους με τη  μύτη του διαβήτη τύπους και από πάνω να ‘σαι πώς να τους δεις… Μόνο εγώ, γιατί αλήθεια έχω όραση γερακιού. Στη ζωή πρέπει να εκμεταλλεύεσαι τα προσόντα σου…

      Η Λουκία λοιπόν από τότε το εκτίμησε δεόντως ότι πήγαινα και Κατηχητικό. Τι είχε τραβήξει!!!

       Στην Πέμπτη Γυμνασίου κάναμε στο μάθημά της κάτι για γάμους και τα ρέστα. Σηκώνει το χέρι του ο Γεράκης (παρατσούκλι, Μιχ., το πραγματικό του όνομα) και της λέει:

      «Εγώ πιστεύω ότι πρέπει ένας άντρας να ‘χει πολλές γυναίκες».

       Αυτή έντρομη του απαντά:
      «Και πως θα αποκτά παιδιά αφού δεν θα έχουν τελέσει γάμο;»

      «Τι μου λέτε κυρία, τα πνεύματα θα τον βοηθάνε να αποκτήσει».

    «Ποιά πνεύματα μου λες… Αμαρτία είναι ακόμα και να το αναφέρεις». «Εγώ τα καλώ και με βοηθάνε. Θα σας δείξω».

    Λέει αυτός κάτι άμπρα κατάμπρα και γυρνάει σαν διευθυντής ορχήστρας και μας κάνει νόημα .

     «Κοιμηθείτε συμμαθητές μου».

      Εμείς όλοι ξεροί (συνεννοημένοι), βάζουμε τα κεφάλια πάνω στο θρανίο και κάνουμε ότι τάχα κοιμόμαστε. Ένας μάλιστα ροχάλιζε κιόλας. Αυτή το κατάλαβε και φώναζε με τη φωνή του βαρκάρη: 

       «Άντε, άντε ανοησίες».

      Τότε ο Γεράκης, αφού είδε ότι δεν τον πίστευε, ξαναρχίζει άμπρα κατάμπρα και κάτι τέτοια και πετάει ξαφνικά:

      «Άνοιξε πόρτα»

      Και ανοίγει απότομα η πόρτα και μένουμε κι εμείς εμβρόντητοι. Τρέχει η Λουκία προς την πόρτα, βγαίνει έξω. Ψυχή στο διάδρομο. Γυρνάει ασθμαίνουσα μέσα και τι να πει λαχανιασμένη; Ότι υπάρχουν πνεύματα που ακούνε τον Γεράκη; Και πριν προλάβει να συνέλθει, φωνάζει ο Γεράκης: 

      «Κλείσε πόρτα». 

    Τρέχει πάλι. Ψυχή πάλι στο διάδρομο. Γυρνάει στην έδρα λαχανιασμένη και κάθεται στην καρέκλα της. Εμείς πάλι να ‘χουμε λιγωθεί στο γέλιο, αλλά τι να πούμε; Αυτό το κόλπο δεν το ξέραμε. Δεν είχαμε ενημερωθεί!!! Ξέραμε ότι ο Γεράκης (ηλεκτρολόγος, συνάδελφος τώρα σε σχολείο) ήταν λίγο «αποκλίνων» αλλά και πάλι πώς έγινε η υπακοή των πνευμάτων;

      Το μυστικό διέρρευσε πολύ αργότερα. Ηλεκτρολόγοι δεν ήμασταν; Ε, πήγε ο Μπελαμής (παρατσούκλι και αυτό) ροκάνισε την πόρτα, πέρασε ένα καλώδιο, έβαλε επαφή στην κλειδαριά και το μπουτόν, το είχε κάτω από την τσάντα του η «τσίχλα» (Νίκος ο Σταυρ. – πολιτικός μηχανικός είχε περάσει τότε στο ΕΜΠ) που καθότανε στον τοίχο, δίπλα από την πόρτα. Άνοιγε και έκλεινε η επαφή, άνοιγε και έκλεινε η πόρτα… Που να ‘ξερε η Λουκία όμως με τι είχε να κάνει!!! Εδώ δεν το ξέραμε εμείς… ΄Αλλη μια φορά μας έκανε μάθημα για αθεϊσμό και τα σχετικά. Σηκώνεται ο Άκης (μαθηματικός σήμερα, αραγμένος σε κυκλαδονήσι) και της λέει: 

      «Μας μιλάτε εσείς για Αθεϊσμό, που είστε κομμουνίστρια και κάθε πρωί αγοράζετε μυστικά τον Ριζοσπάστη;»

      «Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Με συκοφαντείς».

      «Εγώ είμαι Χριστιανός και δε λέω ψέματα!! Σας είδα το πρωί που τον παίρνατε από το περίπτερο (υπήρχε ένα στην πλατεία Ιπποδαμίας, μπροστά από το μαγαζί του Φώσκολου)». 

     «Πρόσεχε παιδί μου τι λες». 

     «Ανοίξτε κυρία την τσάντα σας να δούμε ποιος λέει την αλήθεια».

      Την ανοίγει η φουκαριάρα. Πώς δεν έπαθε εγκεφαλικό…. Μέσα είχε Ριζοσπάστη. Οπότε, το γέλιο της αρκούδας… Πως έγινε αυτό;

       Η Λουκία είχε μία συνήθεια. Για να μας παρακολουθεί στεκόταν όρθια, δυο μέτρα μπρος από την έδρα. Η τσάντα της, σχεδόν μπαούλο αφημένη πάνω στην έδρα. Σηκώθηκε ο «σκύλος» (Μήτσος Μαντ., που κάποτε τον τράκαρα στο μπαρ που είχε ανοίξει στην Αστυπάλαια και με κέρναγε ποτά μέχρι το πρωί), δήθεν για να ξύσει το μολύβι του, άνοιξε την τσάντα της και της τον έβαλε μέσα. Ήταν αλήθεια ταχυδακτυλουργός. Όσο ακοή του ‘λειπε τόσο χρυσόκαρδος και πλακατζής ήτανε. Αναρίθμητες φορές του λέγαμε σήκω ρε σκύλε σε φώναξε ο τάδε καθηγητής για να πεις μάθημα κι αυτός σαν ελατήριο σηκωνότανε στο πουθενά και έλεγε:

       «Δεν έχω διαβάσει κύριε ή κυρία»

      κι εμείς ξελιγωνόμαστε στο γέλιο, ενώ αυτός το κατσάδιασμα του καθηγητή. Στο διάλειμμα μας πλάκωνε στις σφαλιάρες για εκδίκηση. Ασήμαντη λεπτομέρεια… Ο «σκύλος» καθότανε στο ίδιο θρανίο με τον Άκη, ακριβώς από πίσω μου. Ένα άλλο επεισόδιο που παραλίγο θα προκαλούσε έμφραγμα στη Λουκία με πρωταγωνιστή τον «σκύλο» συνέβη την ίδια χρονιά!! 

Κάναμε Γυμναστική στο προαύλιο και κρεμάγαμε τα ρούχα μας, αλλάζοντας τις φόρμες γυμναστικής, σε καρφιά στον τοίχο της μεσοτοιχίας των μηχανουργείων. Όταν χτύπαγε το κουδούνι, μέχρι να κατέβουν τα άλλα τμήματα εμείς ήδη είχαμε ντυθεί. Είχαμε κάτι σάκους πλαστικούς με κορδόνι κι εκεί μέσα βάζαμε ο καθένας τα ρούχα του. Δεν επιτρεπόταν τότε να πηγαίνεις στο σχολείο με φόρμα… 

      Χτυπάει το κουδούνι στο τέλος του διαλείμματος και ανεβαίνουμε πάνω. Όλοι στις καρέκλες μας εκτός από έναν: Τον «σκύλο». Του ‘χε βουτήξει τον σάκο με τα ρούχα μάλλον ο Άκης. Πάει να αρχίσει το μάθημα η Λουκία και χτυπάει η πόρτα, βλέποντας μόνο στο άνοιγμα ένα κεφάλι να προβάλει (του «σκύλου») και να λέει: 

     «Σας παρακαλώ πολύ κυρία γυρνάτε το κεφάλι σας προς την έδρα;»
 
      «Και γιατί να γυρίσω προς την έδρα; Τι συμβαίνει;»
 
Ρωτάει αυτή αφηρημένη. Αλλά πάντως γύρισε καλού κακού κι εμείς το γέλιο της αρκούδας!!! Είχε μπει μέσα ο σκύλος με το σλιπάκι και το φανελάκι του χωρίς ρούχα, τυλιγμένος με μια αθλητική εφημερίδα. Την «Αθλητική Ηχώ» ,ουρλιάζοντας.

       «Ρε κύριοι (κ_λ_π_ _ _ α) ποιος έχει πάρει τα ρούχα μου;» 

      Δια μαγείας βρέθηκε ο σάκος και ο φουκαράς ο «σκύλος» άκουγε τα ουρλιαχτά μας: 

      «Κυρία, μην γυρίσετε. Δεν έχει ντυθεί ακόμα».

       Έτσι φάγαμε την ώρα και ο «σκύλος» γλίτωσε την αποβολή γιατί ευτυχώς ανεβαίνοντας γυμνός επάνω στο δεύτερο όροφο δεν τον είδε άλλο καθηγητού μας μάτι… 

      Στην Πέμπτη Γυμνασίου πήγε να με γράψει η αδερφή μου στην αρχή του σχολικού έτους, γιατί ο πατέρας μου δούλευε και η μαμά μου ήταν στο νοσοκομείο. Η Λίζα ήταν τελειόφοιτος στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Πάει στο σχολείο, δείχνει την ταυτότητά της, εξηγεί το λόγο που πήγε αυτή, αλλά δεν της επέτρεψαν να με γράψει. Την συζήτηση την είχε παρακολουθήσει και η Λουκία χωρίς να επέμβει. Πριν φύγει η Λίζα της λέει:

 «Του Βασιλάκη αδερφή είστε;»
 «Μάλιστα».
«Πώς πάει το παιδί μου;»
 «Καλά είναι. Θα ξεκινήσει φροντιστήριο στον Ηράκλειτο».
 «Δεν έχει ανάγκη. Θα περάσει».
 «Τι λέτε; Αφού είναι μεγάλος ο συναγωνισμός. Χωρίς φροντιστήριο δεν γίνεται».
«Μπα στην Ιερατική σχολή οι βάσεις είναι πολύ χαμηλές».
 «Ποια Ιερατική; Στην Φυσικομαθηματική, στο Γεωλογικό θα δώσει». «Δεν είναι σωστό να τον εμποδίσετε, αφού θέλει να γίνει παπάς…».

       Πώς είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι θέλω να γίνω παπάς, δεν ξέρω… «Φύγετε και περαστικά στη μαμά σας. Θα το τακτοποιήσω εγώ. Θα τον γράψω εγώ στο σχολείο του. Θα είμαι κηδεμόνας του» απάντησε στην Λίζα. 

      Έφυγε η αδερφή μου και η Λουκία δεν καταδέχτηκε να πάρει και το πεντακοσάρικο που έδινε τότε κάθε παιδί για να ‘χει το σχολείο θέρμανση και να κινείται για τα αναλώσιμα. Δεν ήταν λίγο το ποσόν την εποχή εκείνη. 

      Όταν είχαμε πάει πενθήμερη (959) στη Θεσσαλονίκη, το βράδυ την κοπανήσαμε απ’ το ξενοδοχείο. Πήγαμε στα Κάστρα στην Άνω Πόλη και το τσούξαμε γερά. Ευτυχώς δεν θυμάμαι τίποτα γιατί η Σκαρβέλη την επόμενη μέρα μου είπε ότι ήμουνα κι εγώ ανάμεσα στους παρεκτρεπόμενους. Τέθηκε λοιπόν θέμα για αποβολή στο σύλλογο. Πώς γλίτωσα; Πήγε ο θηλυκός Αίσωπος, η Λουκία και έθεσε το ερώτημα στο σύλλογο των καθηγητών: 

      «Ποιον διαολίζει ο διάολος;»

      «Ποιον;»

       Ρωτάνε αυτοί. 

      «Το δικό μου το παιδί, του Κατηχητικού, για να το εκθέσουν».

       Και για να μην εκτεθεί το παιδί του Κατηχητικού την γλίτωσαν όλοι, σαν ανώριμοι. Είδες η αύρα μου; Τότε λοιπόν το όριο των απουσιών ήταν 151 με όριο στα μονόωρα τις επτά απουσίες. Η Λουκία, που κατά καλή μου τύχη ήταν και η υπεύθυνη του τμήματος, σε δύο μαθήματα μου ‘χε σβήσει την όγδοη απουσία. 

      Άσε που κάναμε ένα μάθημα Λογική. Τι Λογική και πράσινα άλογα… Έπρεπε στο τέλος να γράψω δέκα τρία τον Ιούνη για να περάσω. Και ο Φάνης ο Θεοφ. (το επίθετο του καθηγητή) μας πέταξε κάτι θέματα, άστα να πάνε… Επιτηρήτρια η Λουκία. Καθόμασταν ο ένας πίσω από τον άλλον. Ούτε ο Δημήτρης ο Κουτσ., που ήταν μπροστά μου ούτε ο Μήτσος ο Λάμπρου από πίσω μου ήξεραν. Αρχίζει να μου κάνει παρατηρήσεις του στυλ:

       «Στοιχίσου, κοίτα το γραπτό σου και τα τοιαύτα».
 
      Την τύφλα μου… Ολοφρόνιμος και αμήχανος καθόμουνα!!! Τι διάολο μύγα τσε τσε την τσίμπησε και στο τέλος τα ‘βαλε μαζί μου… Αφού μου ‘κανε ένα σωρό παρατηρήσεις με αλλάζει θέση και με πάει στο τελευταίο θρανίο και μου λέει στο αυτί:

       «Κάτω από το θρανίο είναι ένα βιβλίο».

      Πιάνω κι εγώ και όχι μόνο έγραψα, αλλά είχα βάλει όλα τα κόμματα και τις άνω τελείες. Άμα βρεις παπά τα θάβεις όλα…

       Όταν δε βγήκαν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών (ενενήντα έξι στους εκατόν τέσσερις περάσαμε) και πήγαμε με καμάρι στο σχολείο μας να πούμε ότι περάσαμε και πού, συνάντησα τη Λουκία και μου είπε:

       «Παιδί μου ήμουνα σίγουρη για σένα ότι θα πέρναγες, γιατί προσευχήθηκα». 

      Ακόμα αισθάνομαι τύψεις και απέραντη ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν την άκακη γεροντοκόρη, που εκείνη τη μέρα στο βλέμμα της είδα πόσο πολύ μας αγαπούσε όλους. Όλους!!! Ήμασταν και Πειραιωτάκια. Μαγκάκια με το χαμόγελο και τη σκανδαλιά έτοιμα. Μα με φιλότιμο. Πολλές φορές στη ζωή μου αναρωτήθηκα πόσες φορές ο άθλιος και τρισάθλιος εαυτός μου ευεργετήθηκε από τόσους ανθρώπους και ίσως πρέπει να ξανάρθω στην ζωή για να τους υπηρετήσω όλους αυτούς ταπεινά…



Τα παιδιά του Πειραιά – Οι παλιοί συμμαθητές.


      Το σχολείο μας συγκινούσε τα παιδιά από τις συνοικίες παρά από το κέντρο της πόλης. Όλοι είχαν παρατσούκλια και θαρρώ ακόμα και σήμερα αν ανταμώσουμε μ’ αυτά θα φωνάξει ο ένας τον άλλον. Το δικό μου σας το είπα: Λαβαρίδης, από τον παλιό παίχτη της ΑΕΚ που έπαιζε στο κέντρο. Απολαύστε μερικά από αυτά. Όλα εύστοχα, όσο εύστοχη είναι και η σάτιρα ενός εφήβου:

       Πειρατής (γιατί το ένα μάτι του δεν είχε κόρη), Παλλάντζας, Θρούμπας (από μια μεγάλη ελιά στο μάγουλο), Πλατσούκας (επειδή είχε Ηπειρώτικο κεφάλι, πλατύ από πίσω), Παπανύστας (γιατί ήταν λίγο «βαρύς»), Νέρωνας (επειδή είχε βάλει φωτιά, καίγοντας χαρτιά μέσα στην τάξη), Φιστίκης (έλεγε τακτικά την φράση« μας ξηγήθηκε αλμυρό φιστίκι»), Γεράκης (από την μύτη του), Ουρακοτάγκος (από την πολλή τρίχα και το σχήμα του  σώματος του), Ψιττακός (από το σχήμα της μύτης), Σκύλος (γιατί πράγματι έκανε καταπληκτικά τον σκύλο με το γαύγισμα και τις κινήσεις του), Πινέζας (ήταν τόσο κοντός…), Τσίχλα (πολύ αδύνατος), Μπελαμής (από το ομώνυμο ουζερί, τα ‘τσουζε), Στάσιμος (γιατί ενώ στην πρώτη Γυμνασίου μας περνούσε όλους στο μπόι ήρθε – ήρθε το πράγμα και στην Τετάρτη Γυμνασίου τον περάσαμε όλοι και έμεινε τελευταίος στην σειρά στην Γυμναστική. Και αυτός για να μας «εκδικηθεί» έκοψε το φροντιστήριο και μόνο με την βοήθεια του σχολείου πήρε τα πιο πολλά μόρια απ’όλους μας στις εισαγωγικές), Ευτράπελος (γιατί γελούσε πάντα. Αυτό δεν του το βγάλαμε εμείς, αλλά ο Φιλόλογος μας ο Μιχαλ.). 

      Είχαμε όμως τόση αγάπη μεταξύ μας. Δεν παρεξηγιόμασταν. Το ‘χαμε αποδεχτεί. Και καμιά φορά αν έπεφτε και καμιά ψιλή μεταξύ μας, έμενε εκεί. Ήμασταν ένα και δεν ζηλεύαμε ο ένας τον άλλο. Μια φορά θυμάμαι σήκωσε ο Δαβ., στην Τρίτη Γυμνασίου τον Ηλία τον Κουτ., και του πέταξε στον πίνακα έναν ξεγυρισμένο γεωμετρικό τόπο – άγνωστη άσκηση – μόνο σ’ αυτές μας εξέταζε ο τότε μαθηματικός μας. Και όταν βγήκαμε στο διάλειμμα ο Λιάκος έπαιρνε τα συγχαρητήρια απ’ όλους μας: 

     «Μπράβο ρε Λιάκο, τον έσκισες».

       Και ο Λιάκος νομίζω απ’ τα Καμίνια, που αλλού μπήκε; Μαθηματικό Αθήνας από τους πρώτους. Ή ο Δημήτρης ο Κουτς,. από τον Κορυδαλλό, κολλητός μου και πριν από μένα στον κατάλογο. Ερχότανε καμιά φορά στην Πεντέλη μετά το φροντιστήριο και διαβάζαμε όλο το βράδυ μαζί μ’ αυτόν και με τον Ηλία. Όταν από ατυχία την πρώτη χρονιά δεν πέρασε με πήρε τηλέφωνο το βράδυ των αποτελεσμάτων να μου ευχηθεί καλή τύχη, γιατί εγώ είχα περάσει… Ήταν κλαμένος, αλλά παρόλα αυτά… Μεγαλείο χαρακτήρα.

       Οι μεγαλύτεροι από μας, δεν μας ενόχλησαν ποτέ. Αυτές οι ανοησίες bulling και τα σχετικά είναι αυτής της εποχής. Τότε ήμασταν όλοι στην ίδια αυλή. Και αν καμιά φορά στις τουαλέτες που ήταν υπερυψωμένες (με μια σιδερένια σκάλα ανέβαινες από την αυλή), υπήρχαν τσίλιες από τους μεγάλους, οφειλόταν στο ότι μέσα κάποιοι κάπνιζαν. Να καρφώσουν οι μικρότεροι; Αποκλείεται. Άσε που αρκετοί είχαν μεγαλύτερα αδέλφια στο σχολείο. Έτσι και πάταγες το πόδι σου στην αυλή ήσουν Ζαννειόπαις. Και όποιος ήταν Ζαννειόπαις ήταν respect. Όποιος και να ‘τανε.

       Να σας πω ένα περιστατικό. Όταν έγινα διευθυντής στα Βόρεια Προάστια και ήθελα να παραγγείλω υλικά για το σχολείο από Υπηρεσία του Υπουργείου βλέπω ένα όνομα που υπόγραφε στο έγγραφο και μου φάνηκε γνωστό. Παίρνω τηλέφωνο και του λέω απ’ ευθείας: 

       «Τι κάνεις ρε… (κύριε)… ;»
 
      Με το παρατσούκλι του στην συνέχεια παύση. Δεν ακούω τίποτα. Την έκανα!!! Νομίζοντας ότι είναι ο συμμαθητής μου Γιώργος Ναυπ. Μετά από λίγο ακούω:

       «Για να με αποκαλείς έτσι, πρέπει να ξέρεις τον αδελφό μου. Άρα είσαι Ζαννειόπαις». 

      «Ασφαλώς, αλλά σε μπέρδεψα μ’ αυτόν. Χίλια συγγνώμη». 

      «Και τι θες;». 

      «Να για το σχολείο μου λείπουν αυτά και αυτά». 

      «Εντάξει θα σου στείλω ότι έχω, αλλά πρώτα θα στείλω στα σχολεία που ιδρύθηκαν τώρα». 

      Εγώ μετά το ξέχασα. Δίναμε βαθμούς του πρώτου τριμήνου. Κουστουμαρισμένος γιατί θα ερχότανε η «πελατεία» και μάλιστα η δύσκολη. Μην με δουν και σαν παρακατιανό… 

      Έρχεται ο φύλακας ο κυρ. Θανάσης και μου λέει: 

      «Σε θέλει ένας φορτηγατζής». 

      «Έλα στον τόπο σου… Τι να με κάνει εμένα; Να δεις τους διδάσκοντες του παιδιού του».

      Ξανάρχεται ο κυρ-Θανάσης και μου λέει: 

      «Εσένα θέλει γιατί έχει κάτι πράγματα».
 
     Βγαίνω έξω και τι να δω!!! Μια νταλίκα γεμάτη με αυτά που ζήτησα από το Υπουργείο και μ’ αυτά που δεν ζήτησα… 

     Στο σχολείο είχανε παιδιά και δύο φίλοι – συνάδελφοι, διευθυντές. Βλέπουν τον φορτηγατζή μαζί με δύο εργάτες να ξεφορτώνουν και μου την πέφτουν: 

      «Ρε συ πώς τα κατάφερες;»

      Άντε να τους εξηγήσεις ότι είσαι Ζαννειόπαις… 

      Όλοι με αγάπη ήμασταν, ο ένας για τον άλλον. Δεν ξεχωρίζαμε μεταξύ μας. Δεν ξεχωρίζαμε; Ψέματα. Υπήρχε και ένας στο προαύλιο που ότι και να ‘κανε δεν μπορούσε να κρυφτεί. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος, δίμετρος στην κυριολεξία και αργότερα αρχηγός της Εθνικής ομάδας υδατοσφαίρισης. Ο Αντώνης ο Αρώνης… 

      Εντάξει το σχολείο θα συμφωνήσω ήταν αυστηρό, αυταρχικό για κάποιους. Αλλά είχαμε βρει την ισορροπία μας. Κάποιοι βέβαια δεν άντεχαν ή έμεναν μετεξεταστέοι και έφευγαν για άλλα σχολεία. Εκεί που πήγαιναν διέπρεπαν. Ο Νίκος ο Παπ., οικονομολόγος σήμερα μαζί με τον Κώστα τον Κελλ., παιχταρά στο ποδόσφαιρο, χημικός μηχανικός σήμερα πήγανε στην Νίκαια. Ο Νίκος ο Καρ., πήγε νομίζω στο δεύτερο γυμνάσιο, καθηγητής Πανεπιστημίου σήμερα, οι κολλητοί μου στο μπάσκετ ο Ανδρ. ο Παναγ., (μετά πήγε και στην ΑΕΚ) και ο Παπαδ., που παίζανε τότε στην Πορφύρα το ίδιο. Όλοι βρήκαν το δρόμο τους. 

     Κάποιοι βέβαια πήγαν στις γειτονιές των αγγέλων και φτιάχνουν ένα καινούργιο σχολείο… Ο Μανώλης ο Εμμ., απ’ την Αμφιάλη καπετάνιος (έπεσα πάνω στο μνήμα του, γιατί ήταν δίπλα στου πατέρα μου) έφυγε γρήγορα από την επάρατη. Και μια μέρα στο Κ.Π.Ε. Αργυρούπολης σ’ ένα σεμινάριο βλέποντας  ότι μια συνάδελφος είχε το ίδιο επίθετο με ένα παλιό συμμαθητή μου την ρώτησα: 

«Τον Στάθη τον Δυν. από την Νίκαια τον γνωρίζετε;»

 Χλόμιασε και μόνο που δεν έκλαψε… 

«Εσείς τον γνωρίζετε;» μου είπε.

 «Αλίμονο. Ήταν φίλος μου».

 «Τον έχασα δυστυχώς».

       Ένα από τα πιο καλά παιδιά του σχολείου. Έστω και αν πήγε στους πιο ήρεμους μηχανολόγους… Στους ηλεκτρολόγους είχαμε μαζευτεί όλοι οι «απόκληροι» του μηχανουργείου, όπως γίνεται πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Γεωγραφικά όλες οι συνοικίες είχαν τους αντιπροσώπους τους στο σχολείο.

      Από την Αγιά Σοφιά: Ο Μαριν., και ο Μανουσ, οικονομολόγοι. Ο Μπαν., συνάδελφος, ηλεκτρολόγος διευθυντής και αυτός σε σχολείο. Από το Πέραμα: ο Κώστας ο Κοντ., γιατρός χειρούργος – ογκολόγος ο Βασίλης ο Περπ., μαθηματικός, καθηγητής σε Τ.Ε.Ι., ο Χρηστ., φυσικός. Από την Ευγένεια: ο Γιώργος ο Ναυπ., πολιτικός μηχανικός, ο Ιωσήφ ο Βασιλ., μαθηματικός, νομίζω συνάδελφος, ο Γιώργος ο Φελεκ., αρχιτέκτονας.

       Από τον Κορυδαλλό: οι πολίστες του Εθνικού, ο Κώστας ο Μακ., βιολόγος, νομίζω με διδακτορικό σε κάποιο μεγάλο νοσοκομείο, ο Δημήτρης ο Κόκ., ηλεκτρολόγος του ΕΜΠ με μεταπτυχιακά στην Αγγλία, ο Κώστας ο Μπογ., μαθηματικός, έχει με τον επίσης Κορυδαλλιώτη Δημήτρη Κουτ., χημικό, φροντιστήριο στην Πλατεία Ελευθερίας.

     Από την Πηγάδα: ο Μιχ. ηλεκτρολόγος, συνάδελφος τώρα και ο Γιάννης ο Μαστρ., χημικός.

      Από τα Καμίνια: ο Γιώργος ο Φαμ., ηλεκτρολόγος στο ΕΜΠ. 

      Από τον Βώκου: ο Μιχάλης ο Καρ., ηλεκτρολόγος στο ΕΜΠ.

      Από την Αμφιάλη: ο Μανώλης ο Εμμ., καπετάνιος και ο Θόδωρας ο Σπ., δομικός, αραγμένος στην Αμοργό – τον είδα πριν από δύο χρόνια. 

     Από τον Ρέντη: ο Άκης ο Μανδ., μαθηματικός, ο Λευτέρης ο Κουν., φυσικός.

     Από την Νίκαια: ο Κώστας ο Τσεφ., φυσικός, νομίζω αντιδήμαρχος, ο Μήτσος ο Μαν., ο Θόδωρας ο Κοτ., μηχανικός τηλεπικοινωνιών.

       Από την Παλιά Κοκκινιά: ο Συμεών ο Οικ., ο Τόλης ο Ξυδ., μαθηματικοί και οι δύο, ο Στέφανος ο Κερ., βολεϋμπολίστας, ασχολήθηκε με το εργοστάσιο παπουτσιών που είχε, ο Νίκος ο Σταυρ., πολιτικός μηχανικός. Μόνο ο Γιώργος ο Μπ. ήταν νομίζω από το κέντρο του Πειραιά, ενώ από μακριά ήτανε (την Καλλιθέα) και ερχότανε ο Κώστας ο Μαυρ., οικονομολόγος και ο Δήμος ο Χατζ., από το Μπραχάμι. Μπορεί να κάνω κάπου λάθος και να μην θυμάμαι με ακρίβεια, αλλά οι συμμαθητές μου ήταν από όλο τον Πειραιά!!!

       Και αν είχαμε μια κλίση και φυσικά οι περισσότεροι περάσαμε σε σχολές του λεγόμενου τότε πρακτικού, υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Είπαμε είχαμε καλούς φιλολόγους. Ο Τογ., παιδί του Ζαννείου Ιδρύματος πέρασε Νομική!!! 

  Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε και ξεκινήσουμε τις ενδοσχολικές εξετάσεις (εισαγωγικές για το Πανεπιστήμιο δίναμε αργά τον Αύγουστο) κάποιος είχε την φαεινή ιδέα να φέρουμε επαγγελματία φωτογράφο να μας βγάλει φωτογραφία όλους μαζί. Αποφασίσαμε να βάλουμε κοντομάνικο πουκάμισο και… γραβάτα.  Δεν το έκαναν όλοι είναι αλήθεια, αλλά δεν υπήρχε ούτε ένας που να λείπει από την φωτογράφηση. Και όλοι με το χαμόγελο στα χείλη. Όλα παιδιά του Πειραιά και όλα τα μπουμπούκια του αγρού ανθισμένα. Πώς να μην αγαπήσουν οι καθηγήτριές μας αυτά τα πανέξυπνα, διαολόπαιδα, που είχαν με φιλότιμο, χιούμορ, ανησυχία κοινωνική και πολιτική; Γι’ αυτό και δεν τιμώρησαν την πράξη μας. Πέρασε στο ντούκου. Όμως αν κάποιος δει την φωτογραφία καταλαβαίνει ότι ήμασταν έτοιμοι να ανοίξουμε φτερά για την ζωή μας. Αλησμόνητες στιγμές. Που δεν ξανάρχονται… 




Ζάννειο: Το Σχολείο που αγάπησα


«Να αγωνίζεσαι μα μην αγωνιάς». 

      Η συμβουλή του συγχωρεμένου του πατέρα μου. Εμπιστεύσου την μοίρα σου. Τον άγγελό σου. Και αυτός θα σε οδηγήσει στο μονοπάτι το σωστό. Το «λάθος» του πατέρα μου να θέλει να δώσω ντε και καλά εισαγωγικές για το Ζάννειο και όχι για την Ιωνίδειο ήταν το ευλογημένο μονοπάτι της ζωής μου. Τώρα που μεγάλωσα με την εμπειρία που έχω, αν αποφάσιζα θα διάλεγα πάλι το ίδιο σχολείο.

      Μόλις φθάσεις εμπρός του απογοητεύεσαι από την εξωτερική του εμφάνιση. Άσχημο, μουντό. Ένα μακρόστενο κουτί βαμμένο με ένα ξεθωριασμένο χρώμα. Κι όμως… Όση ομορφιά του λείπει τόση ψυχή κρύβει μέσα του. Λες και το ‘χουν ευλογήσει όλες οι μοίρες της πόλης. Δίπλα του υπάρχουν υπολείμματα από τα Αρχαία Τείχη, στο πλάι του παλαιοπωλεία με κάθε είδους αντικείμενα που οι ιδιοκτήτες τους δεν μπόρεσαν να κρατήσουν και τα έδωσαν με πόνο ψυχής. Τα μηχανουργεία στο σύνορο της αυλής, όπου ο ιδρώτας και το αγκομαχητό των ανθρώπων της βιοπάλης σου θυμίζουν τον προορισμό σου. Με τον ιδρώτα να εξασφαλίζεις το καθημερινό σου. Παρακεί το Εργατικό Κέντρο Πειραιά. Σύμβολο μιας εποχής που χάνεται. Το τρένο. Ο ηλεκτρικός, που μεταφέρει καθημερινά τους επιβάτες από και προς το λιμάνι.

      Το λιμάνι της αγωνίας.

       Στην αυλή του η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας. Κάθε φορά στην γιορτή της, στις 4 του Δεκέμβρη, «ο αέρας» του σχολείου μεταλαμβάνει και παίρνει το αντίδωρο της συνέχειας της λειτουργίας του. Απέναντι παρατημένα αυτοκίνητα και ετοιμόρροπα νεοκλασικά, μνήμες και πόθοι παλιών αρχόντων και νοικοκυραίων. Και στην σκέπη του ένα νεοκλασικό κτίριο του 1930, το Ζάννειο Ίδρυμα. Φτιαγμένο κατ’ αρχήν από τον Ρετσίνα που τόσα και τόσα έδωσε για την πόλη του Πειραιά. Στον περίγυρο τα παλιατζίδικα της πλατείας Ιπποδαμείας, προπύργιο της Αντίστασης στην Κατοχή.

       Αλλά δεν είναι το κτίριο. Είναι οι χιλιάδες ψυχές που λειτούργησαν σ’ αυτό. Με τους πόθους τους, τους καημούς τους, τις αγωνίες τους, την προσφορά τους. Δεν σε κερδίζει με την πρώτη ματιά, δεν σε πλανεύει, αλλά αντίθετα σε προτρέπει να καταθέσεις την ψυχή σου, το μυαλό σου και τον κόπο σου. Και θα ανταμειφθείς. Είναι ευλογημένο γιατί είναι ραντισμένο με τα αρώματα όλων των εποχών. Από την αρχαία έως τη σύγχρονη.  

      Εγώ παιδί της συνοικίας και της φτωχολογιάς που διψούσε για ένα δρόμο προς το καλύτερο αύριο, δεν θα μπορούσε να τύχει καλύτερου δώρου. Να περάσει την πόρτα αυτή του Σχολείου. Ποιος θα το ‘λεγε ότι το φτωχόπαιδο απ’ το Κερατσίνι με το απολυτήριο που δεν αποζήτησε, με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου που επέλεξε κατ’ ανάγκη θα πιάσει μ’ αυτό δυο φορές δουλειά. Μία στα ορυχεία της Πτολεμαΐδας και την άλλη στο ελασματουργείο της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Κάτι που θα του δώσει την δυνατότητα (σαν εργαζόμενος στην Ο.Α) να γυρίσει όλο τον κόσμο. Ένας περιηγητής με το DNA του ξεσηκωμού και του φευγιού μέσα του. Ευλογημένη εκείνη η μέρα που το αντίκρισα για πρώτη φορά. Μια καλοκαιρινή γεμάτη βροχή…
 
      Όποιος άνθρωπος περάσει το διάβα του απ’ αυτήν την βαριά πόρτα της εισόδου μεταμορφώνεται σε ανιδιοτελή απόστολο. 

      Και μη νομίζετε ότι απευθύνεται μόνο στους πλούσιους, τους σπουδαίους, τους σημαντικούς. Ανοίγει την αγκαλιά του σ’ όλους: αρκεί να διψάς, να ζήσεις, να συντροφεύσεις, να μοιραστείς. Θα θυμάμαι πάντα όλους μα όλους  τους δασκάλους μου (ακόμα και τον «αγαπημένο» μου Μπούτζακ) και θα ‘θελα να γύριζα πίσω το χρόνο, τη μέρα εκείνη που πηγαίναμε να τους ανακοινώσουμε την εισαγωγή μας στο Πανεπιστήμιο και να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ με μια βαθιά υπόκλιση για την προσφορά τους.

       Και αν στη ζωή μόνος έρχεσαι και μόνος φεύγεις, οφείλεις κάτι. Σε αυτούς που σε γέννησαν και σε αυτούς που σου χάρισαν το «ευ ζην». Μακάρι να γύρναγα την τελευταία χρονιά σαν δάσκαλος στο σχολείο της ζωής μου.

      Στο σχολείο που αγάπησα: το Ζάννειο.

       Και αν αυτό δεν γινόταν κατορθωτό να πάω μια μέρα ή μια νύχτα και να σκουπίσω το κτίριο από πάνω μέχρι κάτω για να λυτρώσω τα «δάνεια» του σε εμένα και τα παιδιά της γενιάς μου. Γιατί είναι ευλογημένος αυτός που πριν «αναχωρήσει» έχει εξοφλήσει τα δάνειά του.



 Το δάκρυ, το χρέος και το τάμα

       Είπαμε ότι το άχαρο κτίριο κρύβει μέσα του μια μεγάλη ψυχή. Ψυχή που εμπνέει τους μετέπειτα να συνεχίσουν τον δρόμο των πρώην. Είμαι στο ΚΠΕ Αργυρούπολης και στο πλαίσιο του Χρυσοπράσινου Φύλλου (διεθνούς συνεργασίας των σχολείων Ελλάδας και Κύπρου), γνωρίζομαι με την κυρία Τεγ., καθηγήτρια του Ζαννείου Λυκείου. Με ενημέρωσε λοιπόν ότι τα παιδιά της θεατρικής ομάδας ανεβάζουν στο σχολείο το βράδυ μιας Παρασκευής το «Ματχάουζεν». Πήγα και αντίκρισα στους κακομούτσουνους
πίνακες ανακοινώσεων τις δράσεις και τα προγράμματα που γίνονταν στο σχολείο. Συγκινήθηκα. Το DNA, η παράδοση του σχολείου… Δάσκαλοι και μαθητές με αναζητήσεις… όπως τότε. Πριν ανέβω στον πέμπτο όροφο, που ήταν και η αίθουσα εκδηλώσεων, ήξερα τι θα συναντούσα. 

      Η μοίρα μου, ο άγγελός μου με είχε οδηγήσει στο να ξεπληρώσω το χρέος μου. Ένα δάκρυ κύλησε μέσα στο σκοτάδι μόλις ξανασυνάντησα τον χώρο όπου πριν σαράντα με σαράντα πέντε χρόνια κι εγώ έπαιζα σε θεατρικές παραστάσεις του σχολείου. Και στους τοίχους κάδρα κρεμασμένα με διακρίσεις…

       Περιττό να πω πόσο καλά έπαιζαν τα παιδιά στην θεατρική παράσταση συνοδευόμενα από μουσικά όργανα. Νοερά έκανα τότε μια προσευχή για το μέλλον τους. Όχι το επαγγελματικό, αλλά για το συναισθηματικό. Την ευτυχία τους…

      Όταν πλησίασα τις καταπληκτικές συναδέλφισσες που επιμελήθηκαν της παρουσίασης, έσφιξα το χέρι τους γεμάτος ευγνωμοσύνη για την συνέχεια της προσφοράς των δασκάλων του σχολείου στην Κοινωνία και από μέσα μου ψέλλισα τα ονόματα: Σκαρβέλη, Βαρβατσούλη, Σαμαρά, Μηλιώνης, Μιχαλάκος. Όταν τελείωσε η παράσταση και έδωσα τα συχαρίκια σ’ όλους τους μαθητές, δασκάλους και γονείς, γύρισα σπίτι και κατασκότεινα, για να ‘χω δυνατή μόνο τη φωνή της ψυχής μου, το αποφάσισα. 

      Κάθισα απέναντι από τον καθρέφτη της ψυχής μου και έκλεισα τα μάτια της όρασης. Άφησα τις μνήμες μου ελεύθερες να ‘ρχονται. Εγώ ο ασήμαντος και τρισάθλιος έπρεπε να λυτρωθώ. Από το βάρος του χρέους. Άφησα τον καθρέφτη να φτιάχνει το είδωλο των αναμνήσεών μου. Δεν τον ενδιέφερε πώς θα βγει. Μπορεί να ‘τανε και παραμορφωμένος, αστείος, σοβαρός, μηδαμινός ή σπουδαίος. Ο καθρέφτης δεν επέτρεψε τα λόγια που ‘βγαιναν απ’ το βάθος της ψυχής μου μετά από χρόνια να τα σμιλέψουν κάποιοι καλλιτέχνες του λόγου. Ήθελε να ‘ναι ακατέργαστα. 

     Ξάπλωσα στο κρεβάτι με ανοιχτά τα μάτια στο σκοτάδι και πηγαίνω πίσω. Είναι 29 Οκτώβρη του 1976. 26 Οκτώβρη του Άη Δημήτρη έχουν ανακοινωθεί τα αποτελέσματα από το ραδιόφωνο. Έχω περάσει στο Γεωλογικό της Θεσσαλονίκης. Έχουμε συνεννοηθεί όλοι να πάμε στο σχολείο να πούμε πού περάσαμε. Μόλις τελειώσαμε βγήκα έξω. Την ώρα που έφευγα ακούω μια φωνή πίσω μου παραπονεμένη. 

      «Βασίλη έτσι φεύγεις, δεν με χαιρετάς;»

      «Μα τους χαιρέτησα όλους, ποιος είναι;»

       Γυρνάω το κεφάλι μου πίσω και βλέπω αντίκρυ μου αυτό το τεράστιο κουτί, το Σχολείο μου να παίρνει σιγά σιγά μια ανθρώπινη μορφή μεσήλικα. 

     «Εγώ είμαι αγόρι μου. Σήμερα έκοψα την ψυχή μου σε κομμάτια και σας έδωσα από ένα στον καθένα για φυλαχτό. Μόνο κοίταξε μην με ντροπιάσεις… Μην πάρεις από το υστέρημα του φτωχού, μην κοροϊδέψεις τον πιο αδύναμο άνθρωπο. Το χέρι σου να ‘ναι πάντα ανοιχτό για τον χρήζοντα και ποτέ σου δεν θα στερηθείς. Δεν με νοιάζει πού και πόσο ψηλά θα φθάσεις. Κοίταξε σε ικετεύω να μην αδικήσεις τον συνάνθρωπο. Βοήθησε τα παιδιά της τάξης σου να βρουν το δρόμο τους. Και να δεις. Θα ταξιδέψεις στις πέντε θάλασσες και σ’ όλες τις χώρες. Θα γνωρίσεις μυριάδες ανθρώπους και θα ακούσεις τόσες γλώσσες όσες δεν φαντάζεσαι. Θα τύχεις όλων των λογιών τις διακρίσεις, τις χαρές, την αγάπη, μα και τη λύπη. Την ίδια τη ζωή. Δεν θα μείνεις ποτέ χωρίς δουλειά, μα βγάλε το καθημερινό με την αξία σου και το φιλότιμό σου. Και αν δεν μπορείς να αλλάξεις την Κοινωνία, τουλάχιστον μη σε αλλάξει αυτή… Και όταν έρθει η ώρα της Καλής Απολογίας, αν η ζυγαριά δεν γέρνει προς το καλό, τουλάχιστον ας μην γέρνει πολύ προς το κακό. Μη με ξεχάσεις αγόρι μου. Άντε παλικάρι μου με την ευχή μου». 

      Άκουγα χωρίς να «ακούω». Ποιος έφηβος που μόλις του ‘βαλε ο άγγελός του φτερά για να πετάξει θα «άκουγε»; Αλλά τα λόγια είχαν χαραχτεί μέσα στην ψυχή μου. 

      Όμως περνώντας μέσα από τόσες σειρήνες και την Κίρκη του Τεχνολογικού Πολιτισμού, ποιος σταματάει να δει τον συνάνθρωπό του; Τον συναγωνιστή του; Τον συνοδοιπόρο του; Όλοι μας πνιγμένοι μέσα στις δικές μας «ανάγκες» και τα δικά μας «πρέπει». Μέχρι που κάποια στιγμή έρχεται η Ώρα. Η Ώρα που σου θυμίζει την Εντολή Του.

 Του Σχολείου που αγάπησες. Του Ζαννείου


      Προέχει το χρέος και το τάμα…
      Το τάμα;

      Να φροντίσουν οι αναμνήσεις μου να βρουν και τους παλιούς μου συμμαθητές… 

      Τα παιδιά του Πειραιά…


Το τάμα

 
      Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Το ’15.

      Όλα στον Πειραιά στολισμένα μα φτωχικά. Αξημέρωτα.

      Ένας κύριος, μεσήλικας ψηλός με ένα μακρύ παλτό βαδίζει αργά και κάπου – κάπου κοντοστέκεται, ίσως έχει κάποιο πρόβλημα. Κρατάει ένα πανέρι σκεπασμένο μ’ ένα πανί, που έχει ζωγραφισμένο έναν Άγιο Βασίλη. Περνάει ένα δίπατο παλιό κτίριο με μια εντοιχισμένη επιγραφή που γράφει «Όμιλος Ερετών» και συνεχίζει μέχρι να φτάσει στον φάρο, στον κυματοθραύστη που είναι στην έξοδο του λιμανιού. Φτάνει στην άκρη του λιμανιού, γονατίζει και αφήνει πάνω στο τσιμέντο το πανέρι. Ανοίγει το πανί και χαϊδεύει τρυφερά ένα – ένα τα ολόλευκα περιστέρια, που είχε μέσα σ’ αυτό. Τους δίνει ψίχουλα από αντίδωρο και λίγο αγιασμό για να μην τα σκιάσει ο δυνατός αγέρας, μην τα φοβίσει κανένα αρπακτικό, μην τα ζαλίσει ο καυτός ήλιος.

       Στο πόδι τους το καθένα έχει κρεμασμένη μια φωτογραφία χαρούμενου παιδιού: του Σίμου, του Δημήτρη, του Άκη, του Μήτσου, του Κώστα, του Γιάννη, του Γιώργου, του Νίκου. Το ένα δίνει στο άλλο κουράγιο. Θα πετάξουν και θα αναζητήσουν σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα τα μπουκαλάκια με τις φωτογραφίες των παιδιών. Και όταν τα βρουν θα πρέπει να τους σμίξουν. Όλα ένα – ένα πετούν. Μόνο ένα, αυτό με τη φωτογραφία του Βασίλη έμεινε μέσα στο πανέρι. 

     «Τι έχεις πουλάκι μου και δεν πέταξες; Μήπως είσαι άρρωστο, μήπως δεν μπορείς;»

     «Όχι εγώ είμαι… διαφορετικό. Αλλιώτικο. Ταχυδρομικό… θα με στείλει ο Δημήτρης…». 

     «Όπως θέλεις». 

     Σήμερα ο Δημήτρης με ειδοποίησε. Πέταξε και το τελευταίο περιστέρι. Το ταχυδρομικό…



Μια χειμωνιάτικη μέρα γεμάτη βροχή.



Φωτογραφικό υλικό:

2 σχόλια:

  1. Βασίλη σε ευχαριστώ για όσα μου θύμισες για το σχολείο μας. Αποφοίτησα το 1979 και πέρασα στο Γεωλογικό ΑΠΘ, οπότε κάπου θα έχουμε συναντηθεί. Σπύρος Κρεμαστιώτης f: Spyros Kremastiotis

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πόσο δίκιο είχε η Βαρβατσούλη που σου έβαλε 2Ο;
    Με ξαναέκανες παιδί 12-18 χρονών.
    Ξαναέζησα τη δική μου ιστορία στους ιερούς χώρους του σχολείου που αγάπησα.
    Ξαναθυμήθηκα τους γονείς που στη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας έπαιρναν του βαθμούς (κανείς δεν έφευγε γελαστός) Προστάτης του Πυροβολικού η Αγία Βαρβάρα και στη γιορτή της έπεφταν μεγάλες κανονιές.
    ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
    (Γιάννης Καραμηνάς - Ενας Ζαννειόπαις Τάξης 1979)

    ΑπάντησηΔιαγραφή